O μύθος των αντικαταθλιπτικών και η σκληρή αλήθεια για τα ηρεμιστικά

Μια νέα, πρωτόγνωρη για τα ελληνικά τουλάχιστον δεδομένα πραγματικότητα, διαμορφώνει η ταχεία αύξηση των προβλημάτων ψυχικής διάθεσης και η συνακόλουθη χρήση των λεγόμενων ψυχοτρόπων φαρμάκων.

Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και οι αλλαγές που αυτές επέφεραν σ’ένα ευρύ φάσμα της καθημερινότητας, έχουν οδηγήσει ανθρώπους όλων των ηλικιών και εισοδημάτων στη χρήση αντικαταθλιπτικών και ηρεμιστικών σκευασμάτων.

Σύμφωνα μάλιστα με τον  MD MSc ψυχίατρο – ψυχοθεραπευτή  Δημήτρη Παπαδημητριάδη, οι Έλληνες που υποφέρουν με διαταραχές της διάθεσης αντιστοιχούν σε πληθυσμό δύο μεγάλων επαρχιακών πόλεων ενώ κοντεύουν τα 350 εκατομμύρια σ’ όλο τον κόσμο.

«Για να αντιληφθούμε καλύτερα αυτά τα μεγέθη, ας αναλογιστούμε την εκτίμηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ότι η κατάθλιψη θα αποτελεί τη δεύτερη αιτία αναπηρίας έως το 2020 και τον πλέον επιβαρυντικό παράγοντα για την υγεία, μεταξύ όλων των νοσημάτων ,σωματικών και ψυχικών, μέχρι το 2030», σημειώνει.

Ωστόσο, η κατακόρυφη αυτή αύξηση της χρήσης των σκευασμάτων δεν συνοδεύεται από την αντίστοιχη ενημέρωση αναφορικά με τη δράση και τις επιπτώσεις τους, με αποτέλεσμα ν’ αντιμετωπίζεται- ακόμα και από την Πολιτεία- με στερεότυπα περασμένων δεκαετιών και να συνδέονται ανοιχτά με το αίσθημα της ντροπής, την έννοια της παράνοιας ή της αδυναμίας χαρακτήρα. Ρόλο σε αυτό παίζουν και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης που αντιμετωπίζουν αρκετές φορές τέτοιου είδους ζητήματα με όρους τρομολαγνείας.

Σύμφωνα με τον κ. Παπαδημητριάδη, αυτή η αντίληψη οφείλεται στο στίγμα για την ψυχική υγεία, το φόβο για το άγνωστο, τις παραδοσιακές και στερεοτυπικές απόψεις της κοινωνίας μας που ταυτίζουν κάθε πρόβλημα της ψυχικής υγείας με την τρέλα ή με την αδυναμία χαρακτήρα, στις μεταφυσικές μας ερμηνείες για τη λειτουργία της ψυχής αλλά και στην αέναη κοινωνική σύγκριση της υπερευαίσθητης Ελληνικής οικογένειας που αισθάνεται εύκολα ντροπή για το οτιδήποτε τυχόν τη διακρίνει, τάχα μου, μειονεκτικά από την παραδίπλα οικογένεια.

« Επιπλέον, όλο αυτό οφείλεται και στο κίνημα αποστροφής προς τη δυτική ιατρική, το οποίο τροφοδοτεί η τρομολαγνική συνωμοσιολογία, ο ανεύθυνος ξερολισμός μας και η άγνοιά μας, την οποία οι διάφοροι εναλλακτικοί επιτήδειοι εκμεταλλεύονται για να θησαυρίζουν με διόλου εναλλακτικό χρήμα. Ευθύνονται και τα ΜΜΕ, ο κινηματογράφος και το θέατρο, με τις ενίοτε καρικατουρίστικες αναπαραστάσεις τους. Αλλά φταίει και ο επιστημονικός ελιτισμός που κρατάει τη γνώση αποστειρωμένη και σε απόσταση από το κοινωνικό σύνολο, συχνά με περίσσεια αλαζονείας», εξηγεί.

Αντικαταθλιπτικά VS Ηρεμιστικών

 

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται το εξής παράδοξο: Ενώ όλο και περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν ηρεμιστικά μιας και συνταγογραφούνται κατά κόρον από γιατρούς όλων των ειδικοτήτων, στο άκουσμα των λέξεων «αντικαταθλιπτικά χάπια», πολλοί άνθρωποι φοβούνται. Ποια είναι όμως η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών φαρμάκων;

Ο κ. Παπαδημητριάδης είναι ξεκάθαρος: «Τα ηρεμιστικά φάρμακα είναι ναρκωτικά. Έχουν περιορισμένες ενδείξεις και συγκεκριμένο τρόπο και διάρκεια χρήσης που πο1λύ σπάνια δικαιολογείται να υπερβαίνει το μήνα. Οι ψυχίατροι που σεβόμαστε το λειτούργημά μας, καταφεύγουμε σε αυτά με μεγάλη φειδώ».

Από την άλλη, όπως αναφέρει, τα αντικαταθλιπτικά συνταγογραφούνται τυπικά από τους ειδικούς ψυχίατρους και τους γενικούς ιατρούς και δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τα ηρεμιστικά φάρμακα. «Κάνουν άλλη δουλειά και έχουν άλλο μηχανισμό. Θεραπεύουν ή ανακουφίζουν διαταραχές του άγχους και της διάθεσης, μόνα τους ή σε συνδυασμό με την ψυχοθεραπεία και άλλοτε χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση περισσότερο περίπλοκων καταστάσεων, όπως οι διαταραχές του ιδεοψυχαναγκαστικού φάσματος, κ.α», συμπληρώνει.

Πάντως, σε αντίθεση με άλλες χώρες, στην Ελλάδα τα αντικαταθλιπτικά σκευάσματα μπορεί να τα προμηθευτεί κάποιος από το φαρμακείο χωρίς ιατρική συνταγή.

«Σε όλες τις ευνομούμενες χώρες τα χάπια αυτά παραλαμβάνονται από τα φαρμακεία αποκλειστικά με ιατρική συνταγή, μετρημένα χαπάκι το χαπάκι και τόσο – όσο προκρίνεται από τον θεράποντα, μέσα σε γυάλινο μπουκαλάκι που φέρει ετικέτα με το ονοματεπώνυμο του θεραπευόμενου. Αυτό εξασφαλίζει αφενός το ειδικό βάρος της ίδιας της ιατρικής πράξης, και αφετέρου την οικονομία ενός συστήματος υγείας. Στη χώρα μας, το λόμπι φαρμακευτικών εταιρειών, πολιτικών και φαρμακοποιών έχει επιτύχει – από πολλών ετών – όλα τα φάρμακα, από το τελευταίο αντιβιοτικό μέχρι τα ψυχοτρόπα ,παραδόξως με την εξαίρεση των ηρεμιστικών που όμως είναι φτηνά, να είναι διαθέσιμα και χωρίς τη συνταγή γιατρού, η οποία τελικά έχει σημασία μόνο σε ό,τι αφορά στη συμμετοχή του ασφαλιστικού φορέα στο κόστος του φαρμάκου».

Παρενέργειες

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των νεότερων αντικαταθλιπτικών περιορίζονται στα γαστρεντερικά ενοχλήματα, την ήπια νευρικότητα και τον πονοκέφαλο ολίγων ημερών, ενώ ενδέχεται να επιδράσουν επιβραδυντικά στη σεξουαλική λειτουργία κατά τη διάρκεια της θεραπείας αν δεν παρέμβει ο θεράπων. Όλα τα παραπάνω υποχωρούν σύντομα μετά την έναρξη της θεραπείας.

Σε κάθε περίπτωση όμως, σύμφωνα με τον κ. Παπαδημητριάδη, το όφελος από αυτά τα φάρμακα υπερτερεί πολλαπλάσια αυτών των παροδικών ενοχλημάτων. «Αξίζει, βέβαια, να αναφέρω ότι αρκετοί ανήσυχοι θεραπευόμενοι συμβαίνει καμιά φορά να μηρυκάζουν την αγωνία τους για την αγωγή που τους συνταγογραφείται και τελικά να αναπαράγουν, ψυχογενώς, ορισμένα πρόσθετα συμπτώματα», διευκρινίζει.

 

Αντικαταθλιπτικά και αυτοκτονικές τάσεις

Σε ό,τι έχει να κάνει με την ταύτιση αντικαταθλιπτικών σκευασμάτων και τάσεων αυτοκτονίας, ο ψυχίατρος διευκρινίζει πως κάτι τέτοιο δεν έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά. Όπως λέει, η κατάθλιψη μπορεί να συνοδεύεται από αυτοκτονικό ιδεασμό ή αυτοκτονική τάση και αυτό είναι ένα σύμπτωμά της. «Υπάρχουν ορισμένες αναφορές επίτασης του αυτοκτονικού ιδεασμού σε εφήβους κατά την έναρξη μιας αντικαταθλιπτικής θεραπείας, γεγονός που οδήγησε στην υποχρεωτική διατύπωση μιας σχετικής επιφύλαξης στις οδηγίες χρήσης, αλλά ουδέποτε συσχετίστηκαν τα αντικαταθλιπτικά με αύξηση στις πραγματικές αυτοκτονίες, ούτε στους εφήβους ούτε πολύ περισσότερο στους ενήλικες. Πρόκειται για μια ρηχή ανάγνωση της επισήμανσης χωρίς γνώση».

Όπως υπογραμμίζει ο ψυχίατρος, όσοι απασχολούνται έμμεσα ή άμεσα με την ενημέρωση στο ευαίσθητο αντικείμενο της θεραπείας νοσημάτων, ειδικά δε νοσημάτων με τέτοιο επιπολασμό, οφείλουν να έχουν τη συναίσθηση ότι με κάθε δημόσια αναφορά τους, στην πραγματικότητα απευθύνονται σ’ ένα τεράστιο πλήθος αποδεκτών και με τρόπο εντελώς προσωπικό.

«Γνωρίζω ότι η κινδυνολογία, γενικά, έλκει περισσότερα κλικ, ακροαματικότητες και τηλεθέαση. Όμως, εδώ δεν συγχωρείται η επιπόλαιη ανάγνωση επιστημονικών δεδομένων, δεν επιτρέπεται η παραμικρή παρερμηνεία και δε χωράει ούτε η ελάχιστη υπερβολή», τονίζει εξηγώντας ότι τέτοιου είδους σφάλματα προκαλούν αλυσιδωτές ανεπιθύμητες ενέργειες με ανυπολόγιστες συνέπειες, όπως τον πανικό των ανθρώπων που λαμβάνουν θεραπεία, την ανώφελη ανησυχία τους που μπορεί μάλιστα να κοστίσει στη συμμόρφωση και στη συναίνεσή τους με τις ενδεδειγμένες ιατρικές οδηγίες και βέβαια την καθυστέρηση της πρόσβασης στην εξειδικευμένη βοήθεια λόγω αμφιβολίας και φόβου.

«Επιπλέον, το εύρος της διαθέσιμης πληροφορίας για τις αντικαταθλιπτικές θεραπείες είναι τόσο μεγάλο, που είναι πρακτικά αδύνατον για τον οποιοδήποτε μη ειδικό να ξεχωρίζει το έγκυρο και το αξιόπιστο και μάλιστα με τη δόκιμη εκτίμηση περί της σχετικότητας και της βαρύτητας της πάσης λεπτομέρειας. Έχω επομένως τη γνώμη ότι η καθοδήγηση από τους ειδικούς δεν είναι απλά χρήσιμη ή ουσιαστική, αλλά αυτονόητη. Δεν μου αρέσει, έτσι κι αλλιώς, που σε κάθε σεισμό γινόμαστε “σεισμολόγοι” γιατί αυτό είναι αφελές. Αλλά είναι ασυνείδητο και εγκληματικό να επιμένουμε να γινόμαστε γιατροί σε κάθε επίκαιρο ζήτημα της υγείας».

Αντικαταθλιπτικά και λειτουργικότητα του ατόμου

Τέλος, δε θα μπορούσα να μην τον ρωτήσω για τον μύθο που αναπαράγεται συνεχώς γύρω από τη χρήση αυτών των φαρμάκων. Σύμφωνα λοιπόν με αυτόν, όσοι βρίσκονται σε αντικαταθλιπτική θεραπεία, δε βγαίνουν από το σπίτι, δε χαμογελούν, δεν εργάζονται και γενικότερα δεν είναι λειτουργικοί στην καθημερινότητά τους. Ισχύει όμως κάτι τέτοιο;

«Κατηγορηματικά όχι. Δεν υπάρχει απολύτως καμία αλλιώτικη ενέργεια στην προσωπικότητα του ανθρώπου που λαμβάνει αντικαταθλιπτική θεραπεία. Τουναντίον, με τον καιρό ανατάσσεται το συναίσθημα και βελτιώνεται η διάθεση. Ο άνθρωπος ξαναβρίσκει το κέφι του και τη ζωντάνια του. Γίνεται λειτουργικός, παραγωγικός και δημιουργικός ξανά και μπορεί να απολαμβάνει τη ζωή και όλες τις δραστηριότητές του, που δυστυχώς ανέβαλε ή απέφευγε όσο διαρκούσε το πρόβλημα», καταλήγει.

www.kellyfanarioti.com

Facebook Comments

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com