Ζέττα Μ. Μακρή: Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί «νέου τύπου» εχέγγυα σύγχρονου κράτους

zetta makri 16 11
milonas 728x120

Γράφει η Ζέττα Μ. Μακρή, Πρόεδρος της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Περιφερειών , Βουλευτής Ν. Μαγνησίας – ΝΔ

Για τον πρωτογενή αγροτικό τομέα, προεκλογικά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν σαφής και κατηγορηματικός. Η κυβέρνηση της ΝΔ θα υλοποιήσει συγκεκριμένους στόχους και δράσεις με άξονες την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και τη μετάβαση σε ένα νέο εκσυγχρονιστικό πρότυπο αγροτικής επιχειρηματικότητας. Η πρώτη εξ’ αυτών των δράσεων, ο πυρήνας των μεταρρυθμίσεων, έρχεται να βάλει τέλος στον αναχρονιστικό κρατισμό, να καλύψει παθογένειες του παρελθόντος στην οργάνωση του συνεταιριστικού κινήματος στη χώρα και ταυτόχρονα να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για να αντιμετωπιστούν μια σειρά από άλλες αδυναμίες. Αυτή τη  μεταρρύθμιση, την οποία επεξεργάστηκε με επιτυχία το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καλούμαστε να εφαρμόσουμε εγκαινιάζοντας την «επόμενη ημέρα» των αγροτικών συνεταιρισμών, οι οποίοι θα λειτουργούν πλέον με νέο θεσμικό πλαίσιο και ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, λαμβάνοντας, φυσικά, υπόψη τις ιδιαιτερότητες του συνεργατισμού. 

Έχει παρέλθει η εποχή που ο κάθε αγρότης είχε ένα τρακτέρ 100 ίππων για 50 στρέμματα. Εξίσου, έχει παρέλθει και η εποχή  που  ο αγρότης δεν ξέρει ή δε θέλει να χρησιμοποιεί τον υπολογιστή ή το tablet για να διευκολύνει την αποτελεσματικότητα της εργασίας του. Οι εποχές έχουν αλλάξει, το ίδιο και οι προϋποθέσεις. Κοινός στόχος όλων των εμπλεκομένων θα πρέπει να είναι η βιωσιμότητα και η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού αγροτικού τομέα καθώς, πλέον, το παγκόσμιο αγροτοδιατροφικό σύστημα βρίσκεται σε μια διαδικασία ριζικής μεταμόρφωσης, αυτήν της αγρο-βιομηχανοποίησης, τα κύρια χαρακτηριστικά της οποίας είναι: 

  1. η εξειδίκευση της αγροτικής παραγωγής και η ολοένα μεγαλύτερη εξάρτησή της από εξωτερικές παραγωγικές εισροές και υπηρεσίες και 
  2. η δημιουργία ολοένα και πιο στενών σχέσεων κάθετου συντονισμού και δικτύωσης μεταξύ των συμμετεχόντων στο αγροδιατροφικό σύστημα.

Επιπλέον, η εξέλιξη της τεχνολογίας και των αυτοματισμών στον πρωτογενή τομέα, την τελευταία δεκαετία, έχει αλλάξει πλέον τα δεδομένα. Η εφαρμογή καινοτόμων τεχνολογιών τόσο στην παραγωγή όσο και στη μεταποίηση αγροτικών προϊόντων είναι απαραίτητη για να εξασφαλισθεί η κατάλληλη ανταπόκριση στις νέες προκλήσεις, όπως η αύξηση των ακραίων κλιματολογικών συνθηκών λόγω της κλιμάκωσης της κλιματικής αλλαγής, η τροφοδότηση του αυξανόμενου πληθυσμού και η εξασφάλιση πληθυσμιακής ανανέωσης του γεωργικού τομέα. Ταυτόχρονα, δίνει τη δυνατότητα ασφαλέστερων, οικονομικότερων και κυρίως αειφόρων παραγωγικών διαδικασιών, ενώ συμβάλλει στην αύξηση του εισοδήματος των αγροτών και διευκολύνει τις συνεργασίες, ακόμα και αυτές που λόγω αποστάσεως είναι αδύνατες.

Ωστόσο, ενώ ο ελληνικός αγροτικός τομέας διαθέτει τεράστια περιθώρια και προοπτικές ανάπτυξης, καθώς και συγκριτικά και ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα, δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας και να  μετατρέψει αυτά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα σε μοχλούς ανάπτυξης.

Οι πολύ μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις, οι οποίες είναι συνδεδεμένες με συνεχείς επιδοτήσεις και αποδίδουν σε ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά στρέμμα περίπου 60% λιγότερο σε σύγκριση με την Ιταλία, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat (2016),  η έλλειψη εξειδικευμένης εκπαίδευσης των απασχολουμένων στην πρωτογενή παραγωγή, η έλλειψη ισχυρής διασύνδεσης καινοτομίας και επιχειρηματικότητας, καθώς και η έλλειψη δεσμών μεταξύ της έρευνας, των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε αγροτικές περιοχές, εμπόδιζαν και εμποδίζουν την ενσωμάτωση των καινοτόμων δράσεων στην παραγωγική διαδικασία αλλά, πρωτίστως, τη δημιουργία οικονομίας κλίμακος. Επιπλέον, οι συνήθεις πρακτικές μιζέριας και υστέρησης στον αγροτικό χώρο, ριζωμένες βαθειά για πάρα πολλές δεκαετίες, αποτελούν, επίσης, τροχοπέδη στον εκμοντερνισμό του τομέα και στην ανταγωνιστικότητά του. 

Θα πρέπει, επιτέλους, να προωθήσουμε και να δρομολογήσουμε, ως «μονόδρομο» στη σύγχρονη εφαρμογή της αγροτικής διαδικασίας, την «κάθετη» απόρριψη του κρατικοδίαιτου συνεταιριστικού ή αγροτικού κινήματος, και να αναζητήσουμε νέους τρόπους παραγωγής και εμπορίας των αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, είτε μέσω της καινοτομίας,  είτε των επιχειρηματικών δικτυώσεων, είτε, μέσω νέου τύπου επιχειρηματικών συνεταιρισμών. Θα πρέπει, επίσης, να δημιουργήσουμε ενώσεις παραγωγών στηριγμένες στη λογική της επιχειρηματικότητας, του ανταγωνισμού, της καινοτομίας και της ποιότητας. Αυτοί οι αγρότες θα βρίσκονται στην αιχμή των μεγάλων ευρωπαϊκών ανακατατάξεων στον γεωργικό τομέα και μόνον οι πρωταγωνιστές των νέου τύπου συνεταιρισμών θα είναι σε θέση να περάσουν στην εποχή της ψηφιακής γεωργίας και να γίνουν ανταγωνιστικοί. 

Αν και ο πρώτος νόμος που ρυθμίζει το καθεστώς των αγροτικών συνεταιρισμών χρονολογείται από την περίοδο εθνικής ανασυγκρότησης του Ελευθερίου Βενιζέλου (Ν.602/1915), σήμερα, έναν αιώνα μετά και έχοντας ψηφισθεί έξι διαφορετικοί νόμοι για τους συνεταιρισμούς και χίλιες τουλάχιστον μείζονες τροπολογίες, δεν είναι ακόμη, επακριβώς, γνωστός ο αριθμός των συνεταιρισμών, των μελών τους και του κύκλου εργασιών τους.  

Από την καταγραφή που πραγματοποιήθηκε στο Εθνικό Μητρώο Αγροτικών Συνεταιρισμών, αρχικά το  2011 και στη συνέχεια το 2016, φαίνεται ότι ενώ στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης είχαν κατατεθεί διαχρονικά εγκεκριμένα από δικαστικές αρχές, 6.770 καταστατικά συνεταιρισμών, ξαφνικά εξαφανίστηκαν 5.700 συνεταιρισμοί. Τα αποτελέσματα των επαληθεύσεων της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων στο Εθνικό Μητρώο είναι αμείλικτα. Ένα μεγάλο ποσοστό συνεταιρισμών τελικά αποδείχτηκαν «φαντάσματα» καθώς δεν εμφανίστηκαν για να απογραφούν. Ενώ, εκ των εναπομεινάντων, μόνο 260 περίπου Αγροτικοί Συνεταιρισμοί πραγματοποιούν ετήσιο κύκλο εργασιών μεγαλύτερο από 500.000 ευρώ και από αυτούς οι 146 καταγράφουν κύκλο εργασιών άνω του 1.000.000 ευρώ. 

Να μη σχολιάσουμε, δε, τα χρέη δισεκατομμυρίων πολλών εξ’ αυτών, τα φαινόμενα κακοδιαχειρίσεων που φτάνουν ακόμα και στα όρια των ποινικών ευθυνών και τις διαδικασίες εκκαθάρισης λόγω της σύνδεσης τους με οφειλές που σήμερα ξεπερνούν τα 3,5 δισ. ευρώ, και, στο σύνολο τους, είναι ληξιπρόθεσμες. 

Επιγραμματικά, το νέο νομοσχέδιο καινοτομεί σε τρεις βασικούς άξονες: 

  1. προβλέπει δυνατότητα συμμετοχής στους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς μελών – επενδυτών με δικαίωμα ψήφου υπό προϋποθέσεις στη λήψη αποφάσεων, 
  2. προωθεί τα ευέλικτα μικρά σχήματα εφόσον ειδικές συνθήκες το επιβάλουν και 
  3. συστηματοποιεί τη λειτουργική και επιχειρησιακή δεινότητα των αγροτικών συνεταιρισμών παρέχοντας τη δυνατότητα μικροχρηματοδοτήσεων με τη μορφή πιστώσεων και του σχηματισμού ειδικού αποθεματικού από τα πλεονάσματα ή τα κέρδη αυτών, ενώ επαναπροσδιορίζει το φορολογικό καθεστώς που διέπει τη λειτουργία τους. 

Δυστυχώς, η πραγματικότητα έχει αποδείξει ότι η δομή των αγροτικών συνεταιρισμών, όπως αυτή στήθηκε και εφαρμόσθηκε μέχρι σήμερα, αντικατοπτρίζει περίτρανα την  αποτυχημένη πολιτική, η οποία δεν είχε ως στόχο την ανάπτυξη του ίδιου του συνεργατισμού, αλλά τη χρησιμοποίησή του ως κομματικό και πολιτικό εργαλείο. Θα πρέπει, πλέον, προς όφελος της αναπτυξιακής επιτάχυνσης και της βιωσιμότητας στο παγκόσμιο γίγνεσθαι να αλλάξουμε την ως άνω αναχρονιστική κουλτούρα και να καλλιεργήσουμε συστηματικά και μεθοδικά την κουλτούρα της συνεργασίας μεταξύ των ιδιωτών – που φέρουν το επιχειρηματικό πνεύμα – και του  συνεταιριστικού  τομέα – που φέρει τις αξίες της συνεργατικότητας και της μακροχρόνιας οικοδόμησης κοινωνικού κεφαλαίου. 

Οι συνεταιρισμοί νέου τύπου, είναι υπόθεση των μελών τους νέου τύπου που οικοδομούν με τη σειρά τους ένα νέο κράτος σύγχρονου τύπου!

error: Content is protected !!