Η Βάνια Τλούπα είναι η πρώτη γυναίκα Λαρισαία φωτογράφος και κόρη του φωτογράφου που η Λάρισα έχει συνδέσει την πρόσφατη ιστορία της, τον Τάκη Τλούπα. «Ο μπαμπάς με μύησε στο θαυμαστό κόσμο της φωτογραφίας από μικρή ηλικία. Mεγάλωσα σε ένα σπίτι που ήταν ενωμένο με το εργαστήριο και το μαγαζί του μπαμπά μου, με τις φωτογραφίες να αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου» λέει η Βάνια και έτσι συστήνεται στο κοινό μέσα από την ιστοσελίδα της.
Συνέντευξη στην Εύη Μποτσαροπούλου
Με τη Βάνια γνωριζόμαστε χρόνια, έχουμε συνεργαστεί και στο παρελθόν, αλλά κάθε φορά που τη συναντώ στο χώρο της, στο studio φωτογραφίας επί της οδού 23ης Οκτωβρίου, νιώθω μια ηρεμία· είναι η ίδια η Βάνια, αλλά και ο χώρος που το αποπνέει. Είναι άλλωστε, ο ίδιος χώρος, μέρος της κατοικίας που υπήρξε το εργαστήριο του Τάκη Τλούπα. Νιώθει κανείς τη διαδρομή, την πορεία. Οι φωτογραφίες από το αρχείο Τλούπα συνυπάρχουν με τα πορτρέτα και τις ανθρώπινες φόρμες που ασχολείται η Βάνια…
Βάνια πώς αποφάσισες να ασχοληθείς και συ με τη φωτογραφία;
Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον με αρνητικά και φωτογραφίες, ο σκοτεινός θάλαμος ήταν ένα ακόμη δωμάτιο για μένα, όπου μπαινόβγαινα με μεγάλη ευκολία και οι ήχοι από το εργαστήριο του μπαμπά, που ετοίμαζε τα τελάρα για τις φωτογραφίες, τόσο γνώριμοι, με τη μυρωδιά της κόλλας που χρησιμοποιούσε, να είναι διάχυτη στον χώρο του μαγαζιού. Από πολύ μικρή ένιωθα μεγάλη οικειότητα με όλα αυτά· ποιος ξέρει, μπορεί να υπήρχε από τότε κάποιο γονίδιο… Νομίζω ότι διαφυλάσσοντας αυτές τις πρώτες εντυπώσεις ζωντανές, μέσα σου βρίσκεις πιο εύκολα την ταυτότητά σου σε ό,τι κάνεις.
Αν και ήμουν μικρή, το ενδιαφέρον μου για τη φωτογραφία ήταν μεγάλο, και ήταν αυτό που έκανε τον μπαμπά μου να μου μάθει τόσα πολλά πράγματα. Ήμουν δώδεκα όταν έκανα τις πρώτες εκτυπώσεις στον θάλαμο· ήταν τα προσκλητήρια για τον γάμο της αδερφής μου. Θυμάμαι που στέγνωνα με τις ώρες φωτογραφίες στον στεγνωτήρα, απαιτητική δουλειά, που ήξερα να την κάνω όμως σωστά και πόσο θαύμαζα την επιδεξιότητα με την οποία ρετουσάριζε τις φωτογραφίες, με το λεπτό πινελάκι και τη σινική μελάνη!

Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που έχω δουλέψει μαζί του αρκετά χρόνια μέσα στον σκοτεινό θάλαμο, εκεί που όλα αποκτούν μια επιπλέον μαγεία και η σπουδή είναι πολύτιμη. Όταν άρχισα να ασχολούμαι με τη φωτογραφία, ήταν δίπλα μου και σίγουρα ευχαριστημένος.
Γιατί εστίασες στα πορτρέτα και στο ασπρόμαυρο;
Οι σπουδές φωτογραφίας στην Αθήνα, ήταν μια ευκαιρία να ασχοληθώ με διαφορετικά είδη φωτογραφίας και να γνωρίσω πολλούς ανθρώπους της τέχνης διευρύνοντας έτσι τους καλλιτεχνικούς της ορίζοντες. Το πορτραίτο, όμως, ήταν αυτό που με κέρδισε από την αρχή. Αγαπώ τον άνθρωπο και επειδή η φωτογράφηση βασίζεται στην καλή επικοινωνία και στην εμπιστοσύνη που αναπτύσσεται μεταξύ μας, χαίρομαι όταν δημιουργούμε ένα καλό αποτέλεσμα.

Αγαπώ την ασπρόμαυρη φωτογραφία, καθώς με την αφαίρεση του χρώματος η ουσία καταστάσεων και ανθρώπων γίνεται πιο εμφανής. Ελέγχοντας το φως, τα σχήματα και τις φόρμες, δίνω έμφαση στην ουσία ή σ’ αυτό που βλέπω ως ουσία , χωρίς χρώματα που θα παρασύρουν το μάτι, μόνο συναισθήματα που θα “αιχμαλωτίσουν” τον ψυχισμό του ατόμου που φωτογραφίζω κάθε φορά.
Παράλληλα με τα πορτραίτα με ελκύει η ανθρώπινη μορφή, αγαπώ πολύ τις φόρμες και τα σχήματα που μπορεί να αποδώσει το ανθρώπινο σώμα.


Ποιες φωτογραφήσεις σου, σού έχουν μείνει έντονα ως ανάμνηση;
Με ελκύουν οι άνθρωποι που φαινομενικά είναι δύσκολο να επικοινωνήσεις μαζί τους. Η πρόκληση είναι ο άνθρωπος που φωτογραφίζεις, να σου ανοιχτεί και να αισθανθεί άνετα μαζί σου στον λίγο χρόνο που έχετε. Πέρα από αυτό, πιστεύω ότι η μεγαλύτερη πρόκληση σε οποιοδήποτε πορτρέτο είναι η εμπιστοσύνη. Το αποτέλεσμα με δικαιώνει όταν βλέπω στα μάτια τους τη λάμψη της ικανοποίησης.
Σε μια ειλικρινή φωτογραφία, εκμαιεύεις βαθύτερα συναισθήματα από τον άλλο, δεν τον στήνεις απλά. Σε μία ασπρόμαυρη φωτογράφηση, το βλέμμα, η έκφραση , ακόμα και η γλώσσα του σώματός πρέπει να προσδίδουν ακριβώς την ιστορία που θέλω να πω και αυτό γίνεται μόνο μέσα από την αυθεντική και ειλικρινή διάθεση, για να μπορέσω τελικά να ανακαλύψω την προσωπικότητα αλλά και τον μοναδικό ψυχισμό, πέρα από το πρόσωπο.

Ασχολούνται με τη φωτογραφία οι Λαρισαίοι;
Ναι, ασχολούνται με τη φωτογραφία· είναι μια τάση βέβαια πιο γενικευμένη. Ίσως να είναι επαυξημένη και από τα social media, που πλέον αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του ανθρώπου και η φωτογραφία σε αυτά παίζει καθοριστικό ρόλο.
Ο κόσμος σήμερα τραβάει φωτογραφίες και όλο και περισσότεροι ασχολούνται ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία. Βλέπω να υπάρχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον πλέον, πράγμα το οποίο καθιστά τη φωτογραφία ένα εκφραστικό μέσο πολύ δημοφιλές, με αποτέλεσμα να μεγαλώνει το ενδιαφέρον και για φωτογραφικά γεγονότα.
Όπως η έκθεση για τον πατέρα σου στην Πινακοθήκη, τα «100 χρόνια Τάκης Τλούπας»…
Η έκθεση πρόλαβε να λειτουργήσει κανονικά περίπου δύο βδομάδες πριν επιβληθεί το πρώτο lockdown. Η δύσκολη κατάσταση που βιώνουμε, σίγουρα δεν βοήθησε στη μεγάλη προσέλευση του κόσμου, που πραγματικά έδειξε ένα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη έκθεση, ωστόσο πήγε πάρα πολύ καλά γιατί με τη βοήθεια της τεχνολογίας κάναμε αρχικά τις εικονικές ξεναγήσεις και στη συνέχεια, όταν έγινε άρση των περιοριστικών μέτρων, συνεχίστηκαν στον φυσικό χώρο της Πινακοθήκης, εφαρμόζοντας με ασφάλεια όλα τα μέτρα προφύλαξης . Είχε μεγάλη απήχηση στον καλλιτεχνικό κόσμο και η προβολή της στον Αθηναϊκό τύπο έγινε με εκτενή δημοσιεύματα.
Πώς λειτούργησε το όνομα του πατέρα σου στη ζωή σου; Σε διευκόλυνε ή όχι; Το αρχείο του;
Τώρα πλέον συνειδητοποιώ ότι για πολλά χρόνια στην αρχή -που δεν ήταν και λίγα- μάλλον υπήρχε μια αμφιβολία, μια δυσπιστία, γύρω από το πρόσωπό μου είτε με την έννοια της αξίας, είτε με αυτή της ανταγωνιστικότητας. Ήμουν και η πρώτη γυναίκα φωτογράφος στην πόλη… Νομίζω ότι η δυσκολία για τα παιδιά σπουδαίων ανθρώπων είναι να βρουν το δικό τους μονοπάτι να βαδίσουν . Θες δεν θες, σε ακολουθούν το όνομα, η φήμη, η σύγκριση. Ξεκινάς τη ζωή σου με άλλη αφετηρία. Την ξεκινάς με προσδοκίες, συχνά άδικες, γιατί πώς να ανταγωνιστείς έναν άνθρωπο, που τυχαίνει να είναι ο πατέρας σου και έχει γράψει μια μοναδική πορεία…
Όσον αφορά στο αρχείο του και την προβολή του έργου του, για μένα πάντα γνώμονας είναι ο πατέρας μου. Τα επόμενα βήματα εστιάζονται στην Αθήνα και στο εξωτερικό, όπου η ματιά στο έργο του πατέρα μου, λόγω της μη συναισθηματικής εμπλοκής, είναι διαφορετική. Εκεί το κοινό εστιάζει στο έργο και στον καλλιτέχνη μόνο. Όλα αυτά τα χρόνια δείχνει την πίστη και την αγάπη για το έργο του, δίνοντας το παρόν του, κάθε φορά που έχει την ευκαιρία να το απολαύσει. Έχω συνεργαστεί με πολλά μουσεία και ιδρύματα μέχρι σήμερα και το έχω αισθανθεί έντονα. Με το Μουσείο Μπενάκη έχουμε άριστες σχέσεις και η συνεργασία μας μετρά πάνω από 20 χρόνια, όπως και με το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ) έχουμε δημιουργήσει τόσο όμορφες εκθέσεις, οι οποίες έχουν ταξιδέψει σε όλο το δίκτυο των Μουσείων που έχει υπό την αιγίδα του, αλλά και με το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης η πορεία μας είναι βαθιά στον χρόνο.
Το σημαντικό για μένα είναι , μέσα από κάθε εκδήλωση που σχεδιάζω, να μπορώ να αναδεικνύω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, την προσωπικότητα και το έργο του μπαμπά μου. Η οργάνωση και η προβολή ενός τόσο μεγάλου αρχείου είναι πολύ σκληρή δουλειά. Εικοσιενός ετών γύρισα στη Λάρισα αμέσως μετά τις σπουδές, για να ξεκινήσω την αρχειοθέτηση του αρχείου· με άγχωνε το ότι ο μπαμπάς μεγάλωνε και ήθελα να προλάβω…
Πλέον ψάχνω και νέους τρόπους για την παρουσίαση του έργου του, χρησιμοποιώντας νέα υλικά και την τεχνολογία. Τελευταία είναι τα Light Boxes, τα φωτιζόμενα κουτιά, που δημιουργήθηκαν μετά από μια προσεκτική επιλογή θεμάτων, ώστε να δημιουργούν από μόνα τους μια όμορφη ατμόσφαιρα στον χώρο που τοποθετούνται . Ένα από αυτά το έστειλα στο Μουσείο Μπενάκη, που μου το ζήτησαν για την ηλεκτρονική δημοπρασία που διοργανώθηκε για την ενίσχυση των οικονομικών πόρων του μουσείου. Το ενδιαφέρον ήταν τόσο μεγάλο, που η τιμή του έφτασε υπερβολικά ψηλά! Χάρηκα πολύ όσο και οι υπεύθυνοι του Μουσείου και για έναν επιπλέον λόγο, αφού όταν ξεκινήσει η λειτουργία των Μουσείων θα το συμπεριλάβουν στο πωλητήριο.

Ποια είναι η αγαπημένη σου φωτογραφία από το έργο του πατέρα σου;
Ποια να πρωτοδιαλέξω … ευτυχώς έχω την ευχέρεια να αλλάζω και να επιλέγω ανάλογα με τη διάθεσή μου. Οι Θυμωνιές στον Κάμπο είναι μια από τις αγαπημένες μου, που εγώ τη λέω η μικρή Πολιτεία.

Αγαπώ τις φωτογραφίες του με ομίχλη, όπως οι εργάτες του Δήμου που σκουπίζουν στο Αλκαζάρ και το Πρωινό στον Κάμπο.



Μ΄ αρέσει πολύ αυτή με τις Γυναίκες στη Σκόπελο, που έχουν γυρισμένη την πλάτη και περιμένουν το καράβι αλλά κι αυτή με τα κορίτσια στην εξοχή και τον υπέροχο ανοιξιάτικο ουρανό, κάθε φορά που τη βλέπω σχεδόν νιώθω το αεράκι που φυσάει.

Ας μιλήσουμε λίγο για τη Λάρισα, πώς βλέπεις την πόλη σήμερα; Ποιο είναι το αγαπημένο σου σημείο;
Η πόλη προσπαθεί. Έχει κάνει τα τελευταία χρόνια πολλά σημαντικά βήματα.
Το αγαπημένο μου σημείο ήταν και συνεχίζει να είναι η αυλή του σπιτιού μου.
Τι θυμάσαι από την παιδική σου ηλικία στην πόλη;
Η παιδική μου ηλικία είναι γεμάτη εικόνες με φως· αυτό το ανοιξιάτικο και πρώτο καλοκαιρινό φως με τον ήλιο να με ζεσταίνει. Ανεμελιά, ξεγνοιασιά και η αυλή μας σε πρώτο πλάνο.
Παιχνίδια και ώρες ατελείωτες στην αυλή του σπιτιού μου, με τα παιδιά της γειτονιάς. Έπαιζα πολύ με τις κούκλες, αλλά μου άρεσε να ασχολούμαι και με άλλα πράγματα, αυτοκινητάκια, χώματα, σουτάκια με τα αγόρια της γειτονιάς· θυμάμαι είχαμε βρει ένα αυτοκινητάκι με πεντάλ στη γειτονιά και είχα ενθουσιαστεί, το πήγαινα σφαίρα.

Με θυμάμαι πάνω σε ένα ποδήλατο. Γυρίζαμε όλη τη Λάρισα. Φτάναμε σε γειτονιές που δεν γνωρίζαμε αλλά δεν υπήρχε φόβος. Ήταν αλλιώς τότε…

Πολύ χαρακτηριστική ανάμνηση είναι οι βόλτες με τον παππού με αμαξάκι. Υπήρχαν αμαξάκια με άλογα στην πλατεία Αγίου Βησσαρίωνος, που παίρναμε για να πάμε βόλτα στο Αλκαζάρ.
Μετά, γύρω στα δεκαπέντε μου, τα Σάββατα ή τις Κυριακές τα μεσημέρια, με έπαιρνε ο μπαμπάς και πηγαίναμε για οδήγηση. Το λάτρευα… Πηγαίναμε εκεί που πλέον έγινε η διπλή σιδηροδρομική γραμμή, πίσω από το νέο κοιμητήριο. Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις έκλεισα τα 18, ήταν να βγάλω δίπλωμα οδήγησης.
Τον ελεύθερο χρόνο μου ασχολιόμουν με κοσμήματα, στην αρχή με πηλό και χάντρες και μετά με ατσάλι. Μου έφερνε ο θείος μου, ο Φιλόλαος, μικρά κομμάτια από ατσάλι για να μπορώ να δημιουργώ…
Με τους δικούς μου πηγαίναμε πολλές εκδρομές και πάντα θυμάμαι μεγάλες παρέες. Η μαμά μου ήταν ένας ζεστός άνθρωπος, πολύ κοινωνική, δραστήρια και μια προσωπικότητα τόσο δυνατή αλλά και τόσο διαφορετική από τον μπαμπά μου… Αν και ήταν τόσο διαφορετικοί σαν χαρακτήρες, ο ένας συμπλήρωνε μοναδικά τον άλλον και έβρισκαν πάντα έναν τρόπο να περνούν τόσο καλά μαζί!
Εσύ πού πήγαινες αργότερα μόνη σου, σε ποια μαγαζιά;
Αρχικά, οι φίλοι μου είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής μου και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που έχω αυτούς τους ανθρώπους κοντά μου όλα αυτά τα χρόνια. Το επισημαίνω, γιατί οι φίλοι είναι το βασικό συστατικό της διασκέδασης για μένα.
Το πρώτο μπαρ που ξεκίνησα να πηγαίνω ήταν το Mövenpick , ο μπαμπάς περνούσε από κάτω, έβλεπε το μπαλκόνι και έλεγε ότι θα πέσει με τόσο κόσμο που είχε. Και μετά Μούσες, Ηριδανό, Stadium και Λάμπα.
Και φυσικά στο Δικαστικό Μέγαρο, στην Κεντρική πλατεία, ώρες ατελείωτες με βόλτες εκεί γύρω.
Πάντως δεν ήμουν και εξακολουθώ να μην είμαι άνθρωπος της νυχτερινής ζωής. Το σπίτι μου ήταν και παραμένει ένας χώρος που αγαπώ πολύ και πάντα έχω να ασχοληθώ με πράγματα που με γεμίζουν και ακούγοντας μουσική που αγαπώ πολύ.
Ποια θεατρική παράσταση, που παίχτηκε στη Λάρισα, σού έχει μείνει;
Θυμάμαι τη Φαύστα του Μποστ στο Κηποθέατρο, ήμουν μικρή και μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Το Θεσσαλικό Θέατρο, το αγαπώ …
Μου είχε κάνει όμως μεγάλη εντύπωση όταν πρωτοείδα τραγωδία. Νομίζω ήταν λίγο πριν το 1990 που είδα την Ηλέκτρα του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία του Τσιάνου. Ήταν κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι είχα δει μέχρι τότε. Με εντυπωσίασαν τα σκηνικά, πιο αφαιρετικά και πιο κοντά στην αισθητική μου. Αυτό που μου άρεσε τότε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να μου αρέσει είναι ο φωτισμός στα αρχαία δράματα, καθώς προσδίδει ωραίους όγκους.
Κτίρια της πόλης που σου αρέσουν πολύ ή κάποια που κακώς χάθηκαν;
Μου αρέσουν πολύ τα δίδυμα σπίτια, στην 31η Αυγούστου αλλά και οι μονοκατοικίες εκεί γύρω που εξακολουθούν, προς το παρόν, να υπάρχουν, όπως και το υπέροχο σπίτι στην Παναγούλη κοντά στην πλατεία Ταχυδρομείου, εκεί που σήμερα είναι το Intersport.
Θυμάμαι και τη Νέα Αγορά στην πλατεία Λαού, μου άρεσε να τη διασχίζω… Θα μου άρεσε να είχε διατηρεί, να είχε αξιοποιηθεί διαφορετικά .
Βάνια, είπες στην αρχή της συζήτησης ότι σε ενδιαφέρει η ανθρώπινη φόρμα. Πού ακριβώς κινείσαι φωτογραφικά αυτή την περίοδο;
Ασχολούμαι με τις φόρμες που δημιουργεί το ανθρώπινο σώμα σε συνδυασμό με άλλα υλικά, γάζες, υφάσματα, νάιλον. Στήνω τις φόρμες και φωτογραφίζω το σώμα μέσα σε αυτές με μια ματιά, καθαρά γυναικεία.


Το γυναικείο σώμα έχει πάντα μεγάλο ενδιαφέρον για μένα, και σίγουρα το προσεγγίζω με μια διαφορετική ματιά, πάντα με απέραντο σεβασμό, προβάλλοντας τη θηλυκότητα και την αληθινή ομορφιά μιας γυναίκας, που αντανακλά την αυθεντικότητα της ψυχής της.

Ήταν στα μέσα της δεκαετίας του 1990 όταν άρχισα να ασχολούμαι με το θέμα της μητρότητας στη φωτογραφία . Είχα φωτογραφήσει την πρώτη εγκυμονούσα και την είχα βάλει στη βιτρίνα του μαγαζιού, τότε που είχε φωτογραφηθεί και η Ντέμυ Μουρ και είχε προκαλέσει πολλές και διαφορετικές αντιδράσεις. Θεωρήθηκε προκλητική και προσβλητική· μου άφηναν σημειώματα να τη βγάλω… Ποτέ δεν το κατάλαβα, υπήρχε πάντα μια λεπτότητα και μια αισθητική.


Και μην ξεχνάμε τη μητρότητα, που μου είναι τόσο αυτονόητη… η Ηρώ, η κόρη μου είναι η ζωή μου, η συνέχειά μου. Εύχομαι μάλιστα, στο μέλλον έχοντας στα χέρια της το αρχείο, να το κρατήσει ζωντανό στις μνήμες όλων!

Πηγή: onlarissa.gr





