Πολλές φορές αντιμετωπίζουμε τη Γαλλία απλώς ως μία μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα, σημαντική μέσα στην ΕΕ αν και κάπως υποδεέστερη της Γερμανίας ως προς την πολιτική βαρύτητα στην «Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση».

KEN 1

Όμως ξεχνάμε ότι η Γαλλία εκτός όλων των άλλων είναι και μια χώρα με υπερπόντιες κτήσεις εκτός Ευρώπης, με ανεξάρτητη πυρηνική δύναμη κρούσης, με μόνιμη θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, μια πολύ μεγάλη ΑΟΖ επίσης εκτός Ευρώπης και μια παγιωμένη κουλτούρα στο πολιτικό της προσωπικό ότι είναι μια μεγάλη δύναμη.

Άλλωστε, η Γαλλία εγκατέλειψε με δυσκολία μεγάλο μέρος των αποικιακών κτήσεων της (για την ακρίβεια χρειάστηκε η ταπεινωτική ήττα στο Βιετνάμ όπως και η αποτυχία του «βρώμικου πολέμου» στην Αλγερία να αλλάξει το συσχετισμό), χρεώνεται μαζί με την Βρετανία την ήττα στο Σουέζ (σε αντίθεση με τη στάση των ΗΠΑ τώρα). έχει ακόμη να αντιμετωπίσει αυτονομιστικά κινήματα (π.χ. στην Νέα Καληδονία), θεωρεί ότι έχει πρώτο λόγο στα ζητήματα μεγάλου μέρους της Αφρικής και είχε, ας μην το ξεχνάμε ανάμειξη και στους βομβαρδισμούς στη Λιβύη.

Μάλιστα, ειδικά στον Ειρηνικό Ωκεανό στο παρελθόν χρησιμοποίησε τις κτήσεις της και ως πεδίο πυρηνικών δοκιμών, παρά το κίνημα διαμαρτυριών, ενώ οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες δεν δίστασαν ακόμη και να βυθίσουν το πλοίο της οικολογικής οργάνωσης Greenpeace “Rainbow Warrior” στο λιμάνι του Ώκλαντ της Νέας Ζηλανδίας to 1985 με αποτέλεσμα τον θάνατο ενός ακτιβιστή.

 

Χάρτης που απεικονίζει τη γαλλική στρατιωτική παρουσία στον Ινδο-Ειρηνικό

Η αυξανόμενη στρατηγική σημασία του Ινδο-Ειρηνικού

Εδώ και καιρό η περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού έχει εξελιχτεί σε ένα από τα πιο κρίσιμα πεδία γεωστρατηγικών αντιπαραθέσεων.

Πράγμα λογικό εάν αναλογιστούμε ότι μιλάμε για την ευρύτερη περιοχή όπου βρίσκονται έξι από τα μέλη του G20 (Αυστραλία, Κίνα, Ινδία, Ινδονησία, Ιαπωνία και Νότια Κορέα) και όπου υπάρχουν περιοχές από τις οποίες περνά πολύ μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου (είτε μιλάμε για τη Νότια Σινική Θάλασσα, είτε για σημεία όπως τα Στενά της Μάλακα).

Εάν κανείς κοιτάξει τον τρόπο με τον οποίο η Κίνα είναι ήδη η δεύτερη οικονομία στο κόσμο , την ούτως ή άλλως μεγάλη βαρύτητα της Ιαπωνίας, τη Νότιας Κορέας και της Ινδονησίας, την ολοένα και αυξανόμενη οικονομική και πολιτική ισχύ της Ινδία, αντιλαμβάνεται γιατί υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον για αυτή την περιοχή. Ιδίως όταν μεγάλο μέρος της οικονομικής δυναμικής αφορά την ίδια την περιοχή.

Η περιοχή αυτή από καιρό είναι πεδίο διαφόρων πρωτοβουλιών που αφορούν την πολυμερή οικονομική συνεργασία: υπάρχει από παλιά η ASEAN, υπάρχει η διεργασία για την Διειρηνική Εταιρική Σχέση (Trans-Pacific Partnership), υπάρχει η κινεζική στρατηγική «Μία ζώνη – ένας δρόμος», υπάρχουν πρωτοβουλίες όπως ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης.

Και βέβαια υπάρχει ένα σύνθετο κουβάρι από ανταγωνισμούς: ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα, οι κατά καιρούς αντιθέσεις ανάμεσα στην Ινδία και την Κίνα, οι αντιθέσεις της Κίνας με γειτονικές χώρες για τα ζητήματα κυριαρχίας στην Νότια Σινική Θάλασσα, το ευρύτερο φόντο μιας αντιπαράθεσης ανάμεσα στην «Δύση» και τη δυνητική ανάδυση μιας «ευρασιατικής σύγκλισης».

Το ειδικό γαλλικό ενδιαφέρον για τον Ινδο-Ειρηνικό

Το ενδιαφέρον της Γαλλίας για την περιοχή τόσο άμεσο όσο και στρατηγικό. Η Γαλλία έχει εκεί υπερπόντιες περιοχές στις οποίες κατοικούν 1,65 εκατομμύριο Γάλλοι πολίτες και στις οποίες σταθμεύουν 8.000 Γάλλοι στρατιώτες. Επίσης το 93% της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Γαλλίας βρίσκεται στον Ινδικό και στον Ειρηνικό ωκεανό (σημειώνουμε ότι η Γαλλία έχει τη δεύτερη μεγαλύτερη ΑΟΖ στον κόσμο – 10,2 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα).

Για τη Γαλλία επομένως η παρουσία στην περιοχή έχει και χαρακτηριστικά άμεσης διεκδίκησης και κατοχύρωσης κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η Γαλλία έχει επίσης σημαντικές οικονομικές συναλλαγές με την περιοχή. Το 2019 το 18% των εισαγωγών της Γαλλίας προέρχονταν από την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, ενώ προς τα εκεί κατευθύνθηκε και το 14% των γαλλικών εξαγωγών. Επίσης εκεί βρίσκεται το 8% των ξένων άμεσων επενδύσεων της Γαλλίας.

Κυρίως όμως η Γαλλία θέλει να χρησιμοποιήσει την αναβαθμισμένη παρουσία της εκεί ως μια συστηματική προβολή ισχύος. Εάν κανείς κοιτάξει τα ίδια τα κείμενα της γαλλικής διπλωματίας για τη στρατηγική της χώρας στον Ινδο-Ειρηνικό θα διαπιστώσει ότι η Γαλλία διεκδικεί να παίξει ρόλο σε πολυμερείς συμφωνίες για τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας και της ασφάλειας, ενώ ταυτόχρονα απέναντι στον ανταγωνισμό των ΗΠΑ και της Κίνας διεκδικεί έναν ρόλο περισσότερο εξισορροπητικό.

Η Γαλλία το προηγούμενο διάστημα είχε προσπαθήσει να οικοδομήσει διάφορες μορφές στρατηγικού διαλόγου, για ζητήματα όχι μόνο ασφαλείας αλλά και κλιματικής αλλαγής και αντιμετώπισης της παράνομης αλίευσης, με την Ινδία, την Αυστραλία, την Ιαπωνία, τη Νέα Ζηλανδία. Επιπλέον συμμετέχει σε ένα ευρύ φάσμα στρατιωτικών συνεργασιών από κοινές ασκήσεις ενός κοινές δράσεις για την αντιμετώπιση της πειρατείας. Ιδιαίτερη σημασία έχει αποδώσει στη στρατηγική συνεργασία με την Αυστραλία (άλλωστε η νησιωτική χώρα γειτονεύει με τις Γαλλικές υπερπόντιες κτήσεις) και την Ινδία.

Η αναζήτηση ισορροπίας με την Κίνα

Η Γαλλία δεν έχει προσδιορίσει την Κίνα ως ανταγωνιστή ή ως αντίπαλο, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ.

Επιπλέον, η κινεζική ηγεσία, προεξάρχοντος του ίδιου του Σι Τζινπίνγκ έχει επιμείνει ότι η Ευρώπη και η Κίνα μπορούν να συνεχίσουν να έχουν αμοιβαία επωφελείς οικονομικές σχέσεις, σε πείσμα των εντάσεων στις σχέσεις Κίνας και ΗΠΑ, ή ότι έχει προτείνει συνεργασία σε διάφορα επίπεδα συμπεριλαμβανομένης και της Αφρικής.

Ωστόσο, παρά τη διατήρηση υψηλών όγκου διμερών οικονομικών συναλλαγών, τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη έχει γίνει περισσότερο επιφυλακτική απέναντι στις κινεζικές επενδύσεις και αυτό περιλαμβάνει και τη Γαλλία, ή ότι η ΕΕ αναζητά το δικό της σχέδιο μεγάλων επενδύσεων ως απάντηση στην κινεζική στρατηγική «μία ζώνη – ένας δρόμος». Ούτε είναι τυχαίο ότι και η Γαλλία έχει ασκήσει έντονη κριτική στην Κίνα για το ζήτημα της δυσμενούς μεταχείρισης της μειονότητας των Ουιγούρων.

Αυτό διαμορφώνει μια στάση που μοιάζει περισσότερο με αναζήτηση ισορροπίας παρά ευθεία αντιπαράθεση, χωρίς όμως να έρχεται και σε πλήρη διαφοροποίηση από την αμερικανική στρατηγική (αν και μένει να δούμε η τωρινή ψυχρότητα των γαλλοαμερικανικών σχέσεων ποιες επιπτώσεις θα έχει).

Τα αίτια της οργής

Σε αυτό το φόντο γίνεται σαφές ότι οι λόγοι της γαλλικής οργής απέναντι στις ΗΠΑ υπερβαίνουν απλώς το θυμό για την ακύρωση της παραγγελίας των υποβρυχίων, παρότι η Γαλλία είναι μια χώρα με σημαντική αμυντική βιομηχανία που στηρίζεται στη δυνατότητα να συνάπτει μεγάλες συμφωνίες για αμυντικούς εξοπλισμούς και που στην πραγματικότητα διεξάγει μια ιδιότυπη «διπλωματία των εξοπλισμών».

Ουσιαστικά, οι ΗΠΑ με τον τρόπου που χειρίστηκαν αυτή τη συμφωνία αμφισβήτησαν ακριβώς τη δυνατότητα της Γαλλίας να μπορεί να έχει λόγο για μια περιοχή στην οποία παραδοσιακά θεωρεί ότι έχει άμεσα κυριαρχικά δικαιώματα και ισχυρά συμφέροντα.

Δηλαδή, ήρθε ως αμφισβήτηση της δυνατότητας της Γαλλία να έχει έναν «ανεξάρτητο» ρόλο «μεγάλης δύναμης» στο διεθνές πεδίο και δη σε μια περιοχή με σημαντική γαλλική δραστηριοποίηση. Για το γαλλικό πολιτικό σύστημα αυτό ισοδυναμεί με μια ευθεία αμφισβήτηση.

googletag.cmd.push(function() {
googletag.display(‘300x250_middle’)
})