Ο Γρηγόρης Αρναούτογλου υποδέχεται τον Στέφανο Ντούσκο με ένα μπολ γεμάτο παγάκια.

KEN 1

«Πόσα έτρωγες τη μέρα;», ρωτά ο παρουσιαστής τον χρυσό Ολυμπιονίκη, αναφερόμενος στο διάστημα κατά το οποίο ο Ντούσκος επιχειρούσε να αδυνατίσει, για να μπορέσει να παραμείνει στην ελαφριά κατηγορία κιλών. «Δυο-τρία», απαντά εκείνος.

«Μόνο; Δεν είσαι μερακλής», σχολιάζει ο Αρναούτογλου, και το κοινό ξεσπά σε γέλια.

Η σωματική καταπόνηση ως ουσία του αθλητισμού

Τα παγάκια πρωταγωνίστησαν σε πολλαπλές αφηγήσεις για την αξιοθαύμαστη προσπάθεια του αθλητή από τα Γιάννενα, που παρά την απουσία στήριξης άφησε τον έρωτά του για την κωπηλασία να τον παρασύρει μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο. Θα ήταν οι τελευταίοι του πριν τα παρατήσει – αλλά εντέλει σκαρφάλωσε στο ψηλότερο βάθρο. Και τα περίφημα παγάκια έγιναν το ευκολότερο σύμβολο της επιμονής και του πάθους του.

Παγάκια και τσίχλες. Το κοινό ακούει τον Ολυμπιονίκη να περιγράφει το «μενού» της ακραίας καταπόνησης του σώματός του, όταν ακόμη ήταν μόλις 19 ετών, και γελά – ή θαυμάζει. Μια συνθήκη εντελώς μοναδική για τον χώρο του πρωταθλητισμού.

Φανταστείτε τον ίδιο ακριβώς διάλογο, αφαιρώντας από το κάδρο το χρυσό μετάλλιο, την εθνική υπερηφάνεια, τον ίδιο τον αθλητισμό. Μεταφέρετέ τον, για παράδειγμα, στο πλατό του GNTM. «Όταν ήμουν 19 έτρωγα παγάκια για να κρατήσω χαμηλά το βάρος μου – ακόμη και το νερό σε κάνει να βαραίνεις». Κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα αισθανόσασταν εξίσου ικανοποιημένοι αν μετά από αυτή τη δήλωση ακολουθούσαν αστεία και συγχαρητήρια.

Φυσικά, μια τέτοια σύγκριση διαβάζεται από πολλούς ως ύβρις. Στο τέλος της ημέρας, όμως, τόσο οι σωματικές απαιτήσεις του modeling όσο κι εκείνες του πρωταθλητισμού, απειλούν το ίδιο ακριβώς πράγμα: Εφηβικά σώματα.

Δαφνοστεφανωμένες διατροφικές διαταραχές

Δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστεύουμε ότι ο Ντούσκος έχει (ή είχε ποτέ) κάποια διατροφική διαταραχή. Άλλωστε, έχει πλέον ανέβει κατηγορία κιλών. Δυστυχώς, δεν ισχύει το ίδιο για όλους. Η νευρική ανορεξία και η βουλιμία μοιάζουν να πλήττουν τους (πρωτ)αθλητές σχεδόν με τη συχνότητα που πλήττουν και τα μοντέλα – ιδίως όταν μιλάμε για αθλήματα όπως η ρυθμική γυμναστική, όπου το ίδιο το σώμα των αθλητών και των αθλητριών και όχι μόνο οι επιδόσεις του, τρέπεται σε αντικείμενο προς αξιολόγηση.

Το 1987, ένας κριτής προειδοποίησε την αμερικανίδα αθλήτρια ρυθμικής Κρίστι Χένριχ ότι ήταν «χοντρή» και δεν θα κατάφερνε να ενταχθεί στην ολυμπιακή αποστολή του επόμενου έτους αν δεν έχανε βάρος. Δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει το άγχος της για τα κιλά της. Έχασε την πρόκριση για τους Ολυμπιακούς Αγώνες για 0,118 πόντους και μαζί με αυτή έχασε και τον έλεγχο. Το 1994, η Χένριχ, που είχε ύψος περίπου 1,50 μέτρα, ζύγιζε μόλις 21 κιλά. Στις 26 Ιουλίου θα έχανε τη μάχη με τη νευρική ανορεξία και θα έφευγε από τη ζωή έχοντας παρουσιάσει πολυοργανική ανεπάρκεια.

Ο Μπάνε Ράμπε, γερμανός κωπηλάτης και οκτώ φορές χρυσός Ολυμπιονίκης, πέθανε εξαιτίας της ίδιας διατροφικής διαταραχής στις 5 Αυγούστου του 2001 σε ηλικία 38 ετών. Είχε ύψος δύο μέτρα και τρία εκατοστά και ζύγιζε 54 κιλά.

Εργοστάσια διατροφικών διαταραχών

Η βρετανή Παραολυμπιονίκης της κωπηλασίας, Ρέιτσελ Μόρις, κατήγγειλε πριν από ένα χρόνο περίπου στο BBC Panorama ότι το άθλημα της κωπηλασίας έχει μετατραπεί σε «εργοστάσιο διατροφικών διαταραχών», εξαιτίας ακριβώς των πολύ αυστηρών κατηγοριών βάρους.

Έχοντας διαγνωστεί και η ίδια με νευρική ανορεξία, η 41χρονη αθλήτρια υποστήριξε ότι «μεγάλος αριθμός αθλητών» υποφέρει από διατροφικές διαταραχές και πως πολλοί εξ αυτών, προκειμένου να επιτύχουν το επιθυμητό βάρος χρησιμοποιούν το κωπηλατικό μηχάνημα με αναμμένα καλοριφέρ και σκεπασμένοι με πλαστικές σακούλες σκουπιδιών.

«Είναι αποδεκτό για να χάσεις το βάρος ιδρώνοντας, να χάσεις αυτό το τελευταίο μισό κιλό ή όσο είναι για να είσαι στα επιτρεπόμενα κιλά για την κατηγορία σου. Για ‘μένα, αυτό είναι ένα εργοστάσιο διατροφικών διαταραχών», τόνισε.

Θρύλοι της ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων, όπως η Νάντια Κομανέτσι, έχουν επίσης αποκαλύψει τις μάχες με το βάρος τους. Η Κομανέτσι υπέφερε από νευρική ανορεξία και βουλιμία ταυτόχρονα, εξαιτίας των βασανιστικών προπονήσεων και της διαρκούς επιτήρησης που βίωνε μέχρι να εγκαταλείψει για πάντα τη Ρουμανία.

Η λίστα δεν έχει τέλος – και περιλαμβάνει τόσο γυναίκες όσο και άνδρες αθλητές. Ίσως αξίζει να κλείσουμε την απαρίθμησή τους με την περίπτωση της Γιούλια Λιπνίτσκαγια, της ρωσίδας χρυσής Ολυμπιονίκη που το 2017, στα 19 της χρόνια, ανακοίνωσε την αποχώρησή της από το καλλιτεχνικό πατινάζ, εξαιτίας των επιπλοκών της νευρικής ανορεξίας. Λίγο μετά την ανακοίνωσή της, ξεκίνησαν οι φήμες για το ενδεχόμενο εγκυμοσύνης της, εξαιτίας του βάρους που είχε πάρει.

Τότε, εκείνη είχε σχολιάσει: «Να έχετε λίγη συνείδηση. Δεν μπορώ να είμαι 37 κιλά σε όλη μου τη ζωή μόνο και μόνο για να σας κάνω χαρούμενους. Έχω κάνει ήδη αρκετή δίαιτα στη ζωή μου. Φτάνει!»

Ποσοστά που τρομάζουν

Έρευνα που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ από την Εθνική Εταιρεία Διατροφικών Διαταραχών, διαπίστωσε ότι οι αθλητές έχουν ανησυχητικά περισσότερες πιθανότητες να πάσχουν από διατροφικές διαταραχές σε σχέση με το γενικό πληθυσμό. Συγκεκριμένα, διαπίστωσε ότι το 35% των αθλητριών και το 10% των αθλητών που αγωνίζονται σε επίπεδο κολεγίων κινδύνευε να αναπτύξει νευρική ανορεξία, με τα αντίστοιχα ποσοστά για τη βουλιμία να ανεβαίνουν ακόμη περισσότερο, στο τρομακτικό 58% για τις γυναίκες και 38% για τους άνδρες αθλητές.

Ποσοστά που μοιάζουν αναμενόμενα αν λάβει κανείς υπόψη του την έμφαση που είναι υποχρεωμένοι να δίνουν διαρκώς στη διατήρηση συγκεκριμένου σωματικού βάρους και στην ευλαβική τήρηση διατροφικών κανόνων από εξαιρετικά τρυφερές ηλικίες. Προσθέτοντας στα παραπάνω την γενικότερη πειθαρχία, τη συχνότητα – κατά τα φαινόμενα έστω – των περιστατικών κακοποίησης από προπονητές, το διαρκές άγχος και τον ανταγωνισμό, δεν είναι καθόλου δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς ένας έφηβος καταλήγει να παθαίνει εμμονή με το βάρος του.

Ναόμι Οσάκα, Σιμόν Μπάιλς: Ένας αγώνας για την ψυχική υγεία

Στη διάρκεια της χρονιάς που μας πέρασε, δυο από τις σημαντικότερες σύγχρονες αθλήτριες έθεσαν την ψυχική τους υγεία πριν την καριέρα τους. Πρώτη η Ναόμι Οσάκα, η τρομερή τενίστρια που κατέκτησε 4 Grand Slam μέχρι τα 23 της χρόνια και που αποφάσισε να αποσυρθεί από το Ρολάν Γκαρός για να εστιάσει στην ψυχική της υγεία, και έπειτα η Σιμόν Μπάιλς, τέσσερις φορές χρυσή Ολυμπιονίκης που απέσυρε τη συμμετοχή της από δυο αγωνίσματα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο.

«Ναι, λέω να βάζουμε πρώτη την ψυχική μας υγεία», είπε η Μπάιλς και αναδείχθηκε σε μια από τους μεγαλύτερους νικητές της φετινής διοργάνωσης, αφού η συντριπτική πλειοψηφία του πλανήτη φάνηκε να αγκαλιάζει το μήνυμά της.

Με τις κινήσεις τους, οι δυο αθλήτριες κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μια ρωγμή: Να μας βοηθήσουν να δούμε ότι η «δύναμη» στον αθλητισμό δεν μεταφράζεται πάντα στη μέχρι τέλους, άνευ ορίων και άνευ όρων επιμονή. Συχνά, η πραγματική δύναμη φαίνεται ακριβώς στη στιγμή της αποχώρησης και της στροφής στη φροντίδα του εαυτού.

Τι ακριβώς ζητάμε τελικά από τους Ολυμπιονίκες;

Μετά τις ατέλειωτες αποκαλύψεις για τις ακραίες συνθήκες που επικρατούν στον χώρο του διεθνούς πρωταθλητισμού που έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας στη διάρκεια των τελευταίων ετών, από κάποιες απόψεις είναι έως και καταπληκτικό που καταφέρνουμε ακόμη να ατενίζουμε με ρομαντισμό τις αφηγήσεις για την ακραία πίεση, τις σκληρές προπονήσεις και την αδιανόητη καταπόνηση των σωμάτων των αθλητών.

Όμως όσο εντυπωσιακές και αξιοθαύμαστες κι αν είναι εντέλει οι επιδόσεις τους – κι όσο κι αν θέλουμε, ενδεχομένως, να διατηρήσουμε ζωντανή την πιο αυθεντική εκδοχή της αριστείας που αντιπροσωπεύουν – ίσως θα πρέπει να εξετάσουμε ποια είναι ακριβώς τα πρότυπα του (πρωτ)αθλητισμού που προτείνουμε στους αθλητές μας.

Ή έστω να σκεφτούμε ότι είναι λίγο υποκριτικό να επευφημούμε την εξαντλητική δίαιτα όταν υπάρχει περίπτωση να μας αποφέρει ένα χρυσό μετάλλιο, αλλά να την καταδικάζουμε όταν προορίζεται για τον «φθηνότερο» στα μάτια μας κόσμο της μόδας.

googletag.cmd.push(function() {
googletag.display(‘300x250_middle’)
})