Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει μια ιδιαίτερη θεσμική ικανότητα να διατηρεί θέματα τυπικά ανοιχτά, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία απολύτως πραγματική εξέλιξη.

KEN 2

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτό αποτυπώνει μια ιδιότυπη επιμονή (ή προσκόλληση) στη συμβολική πλευρά των πραγμάτων, ακόμη και όταν αυτή δεν επικοινωνεί ακριβώς με την πραγματική, ή έναν φόβο ότι εάν η συμβολική διάσταση προσαρμοστεί στην πραγματική αυτό θα έχει αποδιαρθρωτικά αποτελέσματα.

Κατεξοχήν πεδίο όπου αυτό καταγράφεται είναι και το ζήτημα της διεύρυνσης της ΕΕ και δη προς τα Δυτική Βαλκάνια, όπου η πρόσφατη σύνοδος κορυφής της ΕΕΕ με τους ηγέτες των 6 υποψήφιων βαλκανικών χωρών δεν σήμαινε και κάποια πραγματική επιτάχυνση της διαδικασίας, ούτε καν την αναγγελία ενός σαφούς χρονοδιαγράμματος.

Γιατί η ΕΕ επεδίωξε τη διεύρυνση και τι προσδοκούν τα υποψήφια μέλη

Η διεύρυνση της ΕΕ προς τα Βαλκάνια στην πραγματικότητα είχε έρθει σε συνέχεια της αντίστοιχης διεύρυνσης προς τα ανατολικά (που άλλωστε περιλάμβανε και χώρες των Βαλκανίων όπως τη Σλοβενία, την Κροατία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία).

Το σκεπτικό ήταν απλό: η ΕΕ διεκδικούσε να είναι η οικονομική και ως ένα βαθμό πολιτική ένωση του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ευρωπαϊκών χωρών, κάτι που θα διεύρυνε την πραγματική επιρροή της και τη βαρύτητά στη διεθνή σκηνή, ενώ παράλληλα θα εξασφάλιζε ότι αυτές οι χώρες θα παρέμεναν σε δημοκρατικούς δρόμους και θα επέλεγαν πολιτικές που θα τις έκαναν πρόσφορες για επενδύσεις.

Ουσιαστικά, η ένταξη στην ΕΕ σε συνδυασμό με την ένταξη στο ΝΑΤΟ θεωρήθηκε ότι ολοκλήρωνε και την ενσωμάτωση αυτών των χωρών στο πλέγμα συμμαχιών της Δύσης, κάτι που άλλωστε εξηγεί και τον ιδιότυπο ανταγωνισμό και με τη Ρωσία τα τελευταία χρόνια για την επιρροή σε αυτή την περιοχή.

Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ αυτών των ίδιων των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων θεωρούσαν ότι με αυτόν τον τρόπο θα αναβάθμιζαν τη θέση τους, θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη συνεργασία με ισχυρότερες χώρες και οικονομίες, θα προσέλκυαν επενδύσεις και θα έβρισκαν αγορές για τα προϊόντα τους, την ώρα που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις ως μοχλό αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού.

Επιπλέον, ειδικά για τις πολιτικές ελίτ αυτών των χωρών, που σε όλη τη μετακομμουνιστική τους διαδρομή εμφάνισαν διάφορα ενδημικά προβλήματα, από τη διαφθορά μέχρι την αδυναμία προσαρμογής των κρατικών μηχανισμών στη νέα συνθήκη, η «ευρωπαϊκή προοπτική» φάνταζε και ένας στόχος γύρω από τον οποίο μπορούσε να διαμορφωθεί ευρύτερη νομιμοποίηση.

Μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι εάν η ένταξη στο ΝΑΤΟ για κάποιες από αυτές φάνταζε ως «εγγύηση ασφάλειας», η ένταξη στην ΕΕ φαντάζει ως «εγγύηση μελλοντικής ευημερίας».

Ας μην ξεχνάμε ότι σε αυτές τις χώρες εμφανίζονται διάφορα σημάδια κοινωνικής κρίσης, με πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα το διαρκές brain drain που συνεπάγεται η συνεχής μετανάστευση προς χώρες της ΕΕ και ιδίως της Δυτικής Ευρώπης.

Ποια προβλήματα έπρεπε να ξεπεράσουν οι υποψήφιες χώρες

Ωστόσο από την αρχή υπήρχαν διάφορα προβλήματα που καλούντα να αντιμετωπίσουν οι χώρες αυτές για να μπορέσουν να πετύχουν να γίνουν δεκτές στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτά ξεκινούσαν από την ανάγκη να εκσυγχρονίσουν το θεσμικό τους πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένου και αυτού που αφορά τη λειτουργία της δικαιοσύνης, για να μπορέσουν να προσφέρουν πλήρεις εγγυήσεις κράτος δικαίου, ή να εξασφαλίσουν πολιτική σταθερότητα και έφταναν μέχρι τα ανοιχτά ζητήματα που υπάρχουν σε ορισμένες από αυτές τις χώρες ως προς την αποσαφήνιση ζητημάτων συνόρων ή ακριβούς προσδιορισμού των χαρακτηριστικών της κρατικής κυριαρχίας που ασκούν.

Ειδικά η δεύτερη κατηγορία ζητημάτων υπήρξε διαχρονικά ιδιαίτερα σημαντική. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι μέχρι πρότινος υπήρχε ζήτημα με την αναγνώριση της Βόρειας Μακεδονίας από την Ελλάδα, ότι το Κόσοβο δεν έχει αναγνωριστεί από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, ότι Σερβία και Κόσοβο δεν έχουν κατορθώσει να οριοθετήσουν πλήρως τα μεταξύ τους σύνορα, ότι η Βοσνία εξακολουθεί να έχει μια περίπλοκη και αντιφατική θεσμική μορφή που συνεπάγεται και μια διαρκή πολιτική αστάθεια.

Σε ποια φάση είμαστε με τις διαδικασίες εισδοχής

Δύο χώρες, η Σερβία και το Μαυροβούνιο υποτίθεται ότι έχουν προχωρήσει και είναι σε κανονικές συνομιλίες εισδοχής, όμως τα τελευταία χρόνια δεν έχει υπάρξει πρόοδος.

Δύο χώρες, η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία έχουν το καθεστώς της υποψήφιας χώρας, έχοντας σε μεγάλο βαθμό πραγματοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις που ήταν αναγκαίες για να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις εισδοχής, όμως έκτοτε δεν έχει υπάρξει κάποια συγκεκριμένη πρόοδος, παρά τις ρητές υποσχέσεις που είχαν δοθεί ιδίως στην περίοδο όπου καλείτο η Βόρεια Μακεδονία να αποδεχτεί τη «Συμφωνία των Πρεσπών» και την αλλαγή της συνταγματικής της ονομασίας.

Και δύο χώρες είναι ακόμη σε ένα προκαταρκτικό στάδιο εξέτασης της δυνατότητας να ξεκινήσουν συνομιλίες, καθώς εκτός των άλλων τα ζητήματα που αφορούν την κρατική κυριαρχία τους παραμένουν ανοιχτά: η Βοσνία και το Κόσοβο.

Ειδικά για το Κόσοβο υπήρχε πάντα και το ζήτημα ότι ένας αριθμός ευρωπαϊκών χωρών, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, δεν έχουν αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του.

Γιατί υπάρχει εμπλοκή και καθυστέρηση

Διάφοροι παράγοντες συντελούν στο να μην προχωρούν οι σχετικές συζητήσεις.

Σε μία περίπτωση, αυτή που αφορά τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία, πέραν όλων των άλλων υπάρχει και το βουλγαρικό βέτο για την εισδοχή της Βόρεια Μακεδονίας, στη βάση μια ορισμένης εκδοχής βουλγαρικού εθνικισμού δεν αποδέχεται ουσιαστικά ότι υπάρχει μια διακριτή εθνική ταυτότητα, υποστηρίζοντας ότι π.χ. η γλώσσα είναι βουλγαρική διάλεκτος.

Μάλιστα, με δεδομένο ότι η Βουλγαρία έχει μπροστά της εκλογές θεωρείται ότι στον βραχύ χρόνο δύσκολα η βουλγαρική κυβέρνηση θα άλλαζε τη στάση της.

Από εκεί και πέρα προφανώς και όσο δεν αποσαφηνίζονται πλήρως όλα τα θέματα που αφορούν τα σύνορα (π.χ. αυτά που χωρίζουν τη Σερβία από το Κόσοβο), είναι δύσκολο για αρκετές χώρες της ΕΕ να αποδεχτούν την εισδοχή των αντίστοιχων χωρών (θυμίζουμε ότι και η Κύπρος έγινε δεκτή κατά βάση επειδή είχε θεωρηθεί δεδομένο ότι δρομολογείτο λύση του Κυπριακού).

Η βαθύτερη ευρωπαϊκή απροθυμία για διεύρυνση

Όμως, η απροθυμία των περισσότερων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για έναν κύκλο διεύρυνσης είναι περισσότερο «δομική» και έχει να κάνει με τη συνολική συγκυρία στην Ευρώπη.

Από τη μια, ο απολογισμός της προηγούμενης διεύρυνσης δεν είναι σε όλες τις πλευρές του θετικός. Τα προβλήματα με τον αυταρχισμό (και τον εθνικισμό) π.χ. της κυβέρνηση Όρμπαν, ή με την απροθυμία της Ρουμανίας και της Πολωνίας να αποδεχτούν πλήρως το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» ως προς το κράτος δικαίου είναι πολύ χαρακτηριστικά και δεν υπάρχει καμιά εγγύηση ότι δεν θα εμφανιστούν ανάλογα προβλήματα και με ένα νέον κύκλο διεύρυνσης.

Έπειτα οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων σε γενικές γραμμές ως προς την παραγωγικότητα και το επίπεδο της οικονομίας δείχνουν να υστερούν σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Αυτό με τη σειρά του θα σήμαινε ότι και αυτές θα ήταν χώρες που θα ήθελαν να ωφεληθούν από τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις  και να είναι από τις χώρες που θα είναι καθαροί παραλήπτες ως προς αυτές (δηλαδή θα παίρνουν πολύ περισσότερα από όσα θα δίνουν).

Όμως, το τελευταίο διάστημα στην Ευρώπη η όποια «αναδιανεμητική» λειτουργία έχει βρεθεί στο στόχαστρο. Η πρόσφατη έντονη και σε πλευρές της οδυνηρή διαπραγμάτευση για το Ταμείο Ανάκαμψης, με τις έντονες αντιρρήσεις ορισμένων χωρών, έδειξε μια απροθυμία στο να αναλάβουν μερικές από τις σχετικά πιο ευημερούσες ευρωπαϊκές χώρες το κόστος που θα συνεπαγόταν η διεύρυνση.

Για να το πούμε πιο απλά: όταν έχει υπάρξει δυσκολία για ένα Ταμείο Ανάκαμψης που θα βοηθούσε χώρες που επλήγησαν από την πανδημία αλλά δεν παύουν να αποτελούν ισχυρές οικονομίες όπως π.χ. η Ιταλία, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε τη μεγαλύτερη δυσκολία να χρηματοδοτηθεί π.χ. ο εκσυγχρονισμός της οικονομίας της Αλβανίας.

Μόνο που όλα αυτά ενέχουν και ένα πραγματικό ρίσκο καθυστέρηση στη διαδικασία εισδοχής να αποτελέσει αφετηρία νέου κύκλου πολιτικής κρίσης και αποσταθεροποίησης τουλάχιστον για ορισμένες από αυτές τις χώρες.