Η Τουρκική πολιτική στη Συρία καθορίστηκε από δύο βασικές παραμέτρους:

KEN 728X100 2

Η μία ήταν το γενικότερο πλέγμα της προσπάθειας για προβολή ισχύος και απόκτηση επιρροής στην περιοχή, μέσα από την προσπάθεια προσεταιρισμού και υποστήριξης ένοπλων αντιπολιτευτικών ομάδων που επεδίωκαν την ανατροπή της κυβέρνησης Άσαντ.

Η δεύτερη ήταν ο «υπαρξιακός» φόβος από το γεγονός ότι μέσα στην εξέλιξη του συριακού εμφυλίου πολέμου διαμορφώθηκαν αυτόνομες περιοχές υπό κουρδικό έλεγχο και δη κοντά στα σύνορα με την Τουρκία, ουσιαστικά μια οιονεί κουρδική κρατική οντότητα στη Συρία.

Παρότι η Τουρκία κινδύνευσε από την όλη εμπλοκή, κυρίως με τη μορφή ιδιαίτερα αιματηρών τρομοκρατικών επιθέσεων στο έδαφός τους, εντούτοις ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επέμεινε σε αυτή την πολιτική.

Επίσης, τα πράγματα έγιναν χειρότερα για την Τουρκία όταν οι ΗΠΑ αποφάσισαν ότι η βασική συμμαχική δύναμή τους στο ίδιο το συριακό έδαφος ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος ήταν οι κουρδικές πολιτοφυλακές και οι υπό κουρδικό έλεγχο Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις, τις οποίες και ενίσχυσαν με διάφορους τρόπους.

Οι αναγκαστικοί τακτικοί ελιγμοί του Ερντογάν

Αντιμέτωπος με αυτή την πραγματικότητα ο Ερντογάν έκανε μια κρίσιμη και εν πολλοίς αναγκαστικά επιλογή. Αναγκάστηκε να προχωρήσει σε μια τακτική συμμαχία με τη Ρωσία, παρότι η Μόσχα στήριζε με τον πιο σαφή τρόπο την κυβέρνηση Άσαντ, μαζί με το Ιράν.

Και γι’ αυτό γιατί η Ρωσία ήταν η μόνη δύναμη που μπορούσε να εγγυηθεί ότι τελικός στόχος παρέμενε μια ενιαία Συρία, χωρίς αλλαγές συνόρων. Κοντολογίς η Ρωσία και το Ιράν ήταν οι μόνες δυνάμεις που μπορούσαν να εγγυηθούν ότι δεν θα διαμορφωνόταν  μια κουρδική κρατική οντότητα στο συριακό έδαφος.

Όμως η Τουρκία διαρκώς πίεζε για να μπορεί να έχει στρατιωτική παρουσία μέσα στη Συρία. Αυτό εξυπηρετούσε διάφορες στοχοθεσίες: την προσπάθεια να χτυπηθούν οι Κούρδοι και να μην προχωρήσουν τα σχέδια για την αυτονόμηση των περιοχών υπό κουρδικό έλεγχο, την ενίσχυση των ένοπλων ομάδων που η Τουρκία υποστηρίζει, την προσπάθεια για μετεγκατάσταση των Σύριων προσφύγων που βρίσκονται σε τουρκικό έδαφος και δη με τρόπο που να αλλοιώνει την πληθυσμιακή σύνθεση των περιοχών όπου βρίσκονται οι Κούρδοι, τη διατήρηση πολιτικής και στρατιωτικής παρουσίας για την «επόμενη μέρα» στη Συρία.

Η προσπάθεια αυτή δεν ήταν καθόλου εύκολη, κυρίως γιατί την ίδια περίοδο ο συσχετισμός στην ίδια τη Συρία άλλαζε, η κυβέρνηση Άσαντ, με την υποστήριξη της Ρωσίας και του Ιράν αποδεικνυόταν πιο ανθεκτική και σταδιακά ανακτούσε περιοχές από τις διάφορες ένοπλες ομάδες και ιδίως η Ρωσία ήθελε να δρομολογηθεί μια πολιτική λύση που να εξασφαλίζει την πολιτική και εδαφική ακεραιότητα της Συρίας και αυτό προφανώς σήμαινε και ένα όριο στην Τουρκική στρατιωτική παρουσία.

Αυτό διαμόρφωνε μια περίπλοκη κατάσταση, όπου η Τουρκία έπρεπε διαρκώς να προσπαθεί να διεκδικεί να κατοχυρώνει την παρουσία της στη Συρία σε μια διαπραγμάτευση με τη Ρωσία και τις ΗΠΑ.

Και μπορεί να υπήρξε σαφής ανοχή της Ρωσίας στην εισβολή των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στην κουρδική κατά βάση περιοχή της Αφρίν (διαφορετικά αυτή η επιχείρηση δεν θα είχε καταστεί δυνατή), ανοχή που αποτελούσε και ρωσική πίεση προς τους κούρδους να αποδεχτούν ένα πλαίσιο διαπραγμάτευσης με την κυβέρνηση της Δαμασκού, όμως την ίδια στιγμή η τελευταία εισβολής στη βορειοδυτική Συρία για τη δημιουργία «ζώνης ασφαλείας» δεν κινήθηκε πέραν των σαφών ορίων που έθεταν και οι αμερικανικές δυνάμεις στο πλευρό των Κούρδων και η Ρωσία.

Η ίδια δυσκολία αποτυπώνεται και στον θύλακα της Ιντλίμπ, όπου είναι συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος των ένοπλων ισλαμιστικών οργανώσεων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που υποστηρίζει η Τουρκία. Εκεί η Ρωσία και οι κυβερνητικές δυνάμεις διαρκώς πιέζουν, με την Τουρκία διαρκώς να διαπραγματεύεται με τη Ρωσία κάποιου είδους παράταση της τωρινής συνθήκης, εκτός όλων των άλλων και επειδή φοβάται ότι μια προέλαση των κυβερνητικών δυνάμεων με την υποστήριξη των Ρώσων θα οδηγούσε σε νέο προσφυγικό κύμα προς το έδαφός της.

Η Τουρκία θέλει νέα επιχείρηση κατά των Κούρδων

Όμως, την ίδια στιγμή η Τουρκία επιμένει να θέλει να κάνει και νέα επιχείρηση εναντίον των Κούρδων στο συριακό έδαφος. Στο στόχαστρο της Τουρκίας έχει βρεθεί η πόλη Τελ Ριφάατ που βρίσκεται υπό τον έλεγχο των κουρδικών δυνάμεων, που την ανέκτησαν από το Ισλαμικό Κράτος το 2016.

Σε αυτήν κατέφυγε και ένας αριθμός Κούρδων που εκτοπίστηκαν από την Αφρίν μετά τις τουρκικές επιχειρήσεις εκεί. Κοντά στην Τελ Ριφάατ βρίσκονται μονάδες όλων των εμπλεκομένων στον συριακό εμφύλιο: των ενόπλων ομάδων που στηρίζει η Άγκυρα, των ένοπλων ομάδων στην Ιντλίμπ αλλά και των κυβερνητικών δυνάμεων.

Στον ορίζοντα μιας τελικής διευθέτησης για τη Συρία, παράλληλα με την προοπτική των τουρκικών εκλογών είναι σαφές ότι ο Ερντογάν θέλει να δείξει ότι μπορεί να χτυπά τους Κούρδους και ταυτόχρονα να κατοχυρώσει ακόμη περισσότερο ρόλο στην επόμενη μέσα στη Συρία.

Ρωσία και ΗΠΑ δύσκολα θα δώσουν το «πράσινο φως»

Όμως, αυτή τη στιγμή όλα δείχνουν ότι ο Ερντογάν πολύ δύσκολα μπορεί να εισπράξει «πράσινο φως» από τη Ρωσία και τις ΗΠΑ για να επιχείρηση, σε αντίθεση με τον Ιανουάριο του 2018 και την επίθεση στην Αφρίν αλλά και τον Οκτώβριο του 2019 και την επιχείρηση κατά των Κουρδικών δυνάμεων. Α

ντίθετα, η Ρωσία επιμένει να τηρηθούν όλα όσα έχει δεσμευτεί η Τουρκία να κάνει και επικυρώθηκαν στις διάφορες συναντήσεις του Πούτιν με τον Ερντογάν και κυρίως τη συμφωνία του 2020 για την εκεχειρία στην Ιντλίμπ (συμφωνία που είχε αποτρέψει για την Τουρκία τον κίνδυνο να υποστεί μεγάλη πίεση ή ακόμη και ήττα).

Από τη μεριά τους οι ΗΠΑ έχουν κάνει σαφές ότι δεν πρόκειται να διακόψουν τη συνεργασία και υποστήριξη που παρέχουν στις υπό κουρδικό έλεγχο Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις.

Με την τελευταία σχετική δήλωση του συνασπισμού δυνάμεων που αντιμάχονται το Ισλαμικό Κράτος – που συνεχίζει να δρα έστω και αποδυναμωμένο στην Συρία εκμεταλλευόμενο μια συνθήκη κοινωνικής κρίσης – να γίνεται στις 8 Νοεμβρίου, είναι σαφές ότι το μήνυμα προς την Τουρκία είναι πως αυτή τη φορά δεν υπάρχει ούτε έγκριση ούτε ανοχή σε μια νέα επιχείρηση κατά των κουρδικών περιοχών στη Συρία.

Μένει να δούμε εάν και σε ποιο βαθμό ο Ερντογάν θα προσαρμοστεί σε αυτή την κατάσταση ή θα δοκιμάσει να προχωρήσει σε κάποια εκδοχή «τετελεσμένων» σε ρήξη με τη βούληση δύο δυνάμεων τη στήριξη των οποίων σε διαφορετικά επίπεδα έχει ανάγκη.

googletag.cmd.push(function() {
googletag.display(‘300x250_middle’)
})