Όταν ο κοροναϊός έφτασε στην Ανατολική Ευρώπη την άνοιξη του 2020, μια σέρβα δημοσιογράφος έκανε ρεπορτάζ για τη σοβαρή έλλειψη μασκών και άλλων ειδών προστατευτικού εξοπλισμού στη χώρα. Αμέσως μετά συνελήφθη, την πέταξαν σε ένα κελί χωρίς παράθυρα και της απήγγειλαν κατηγορίες για πρόκληση πανικού.

KEN 728X100 2
  • Διαβάστε επίσης: Κίνα – «Άνευ προηγουμένου καταστολή της ελευθερίας του Τύπου» – Ρεκόρ φυλάκισης δημοσιογράφων

Η δημοσιογράφος, Άνα Λάλιτς, λίγο αργότερα αφέθηκε ελεύθερη και η κυβέρνηση της ζήτησε δημοσίως συγγνώμη. Όλα έδειχναν ότι μια μικρή νίκη είχε επιτευχθεί εναντίον της παλαιού τύπου φίμωσης των ΜΜΕ που επέβαλε μέχρι τότε ο αυταρχικός πρόεδρος της Σερβίας, Αλεξάντερ Βούτσιτς, αναφέρουν οι Times της Νέας Υόρκης.

Αλλαγή στρατηγικής

Όμως η συνέχεια έδειξε ότι οι ελπίδες αυτές ήταν φρούδες. Η Λάλιτς δαιμονοποιήθηκε επί εβδομάδες ως προδότρια από μεγάλη μερίδα των ΜΜΕ της χώρας, τα οποία ελέγχονται όλο και περισσότερο από τον Βούτσιτς και τους συμμάχους του. Η Σερβία φαίνεται να υιοθετεί σταδιακά τις τακτικές που προτιμά η Ουγγαρία και άλλα κράτη που σταδιακά αφήνουν πίσω τους τα δημοκρατικά ειωθότα, στο πρώην κομμουνιστικό κομμάτι της Ευρώπης.

«Για όλη τη χώρα, έγινα ένας εχθρός του έθνους», θυμάται η ίδια μιλώντας στους Times.

Η Σερβία πια δεν φυλακίζει, ούτε δολοφονεί δημοσιογράφους, όπως συνέβαινε επί ηγεσίας Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, στη δεκαετία του 1990. Πλέον προτιμά να καταστρέφει την αξιοπιστία τους και να διασφαλίζει ότι τα ρεπορτάζ τους δεν θα φτάνουν σε πολλά μάτια και αυτιά.

Η φίμωση των επικριτών του έχει βοηθήσει σημαντικά τον Βούτσιτς – και εσχάτως, τον πιο διάσημο αθλητή της χώρας, τον τενίστα Νόβακ Τζόκοβιτς, οι περιπέτειες του οποίου στην Αυστραλία έχουν παρουσιαστεί ως απαράδεκτη προσβολή προς το σερβικό έθνος. Τα ελάχιστα εναπομείναντα ανεξάρτητα μέσα, κατά βάση επίσης τον υπερασπίζονται, ακολουθώντας, ωστόσο, μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση.

«Ολόκληρη η χώρα, ένα μεγάλο κοινωνιολογικό πείραμα»

Ολόκληρη η Ανατολική Ευρώπη, από την Πολωνία στον βορρά μέχρι τη Σερβία στον νότο, έχει μετατραπεί σε εύφορο έδαφος για νέες μορφές λογοκρισίας που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αποφεύγουν την ωμή βία, όμως αξιοποιούν πιο ήπιες και αποτελεσματικές μεθόδους για να περιορίσουν την πρόσβαση σε κριτικές φωνές και να κατευθύνουν την κοινή γνώμη – επομένως και τους ψηφοφόρους – προς το μέρος εκείνων που κατέχουν την εξουσία.

Σύμφωνα με τον Ζόραν Γκαβρίλοβιτς, εκτελεστικό διευθυντή του Birodi, μιας ανεξάρτητης ομάδας επιτήρησης, τα τηλεοπτικά δίκτυα της χώρας μεροληπτούν σε τέτοιο βαθμό υπέρ του Βούτσιτς, ώστε η Σερβία να έχει μεταμορφωθεί «σε ένα μεγάλο κοινωνιολογικό πείραμα, για να διαπιστώσουμε ακριβώς σε ποιο βαθμό τα ΜΜΕ επηρεάζουν την κοινή γνώμη και τις εκλογές».

Η Σερβία και η Ουγγαρία – χώρες που σύμφωνα με το Ινστιτούτο V-Dem, μια σουηδική ερευνητική οργάνωση, περιγράφονται ως προπύργια «του παγκόσμιου κύματος απολυταρχίας» – αναμένεται να πραγματοποιήσουν γενικές εκλογές τον Απρίλιο, και τα αποτελέσματα της κάλπης θα είναι σε κάποιο βαθμό ενδεικτικά της επίδρασης που έχει στους ψηφοφόρους ο έλεγχος των ΜΜΕ.

Επιχειρηματικές τρίπλες

Πρόσφατη μελέτη του Birody σε ρεπορτάζ της σερβικής τηλεόρασης διαπίστωσε ότι στη διάρκεια του τριμήνου που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο, είχαν αφιερωθεί στον Βούτσιτς περισσότερες από 44 ώρες κάλυψης, εκ των οποίων το 87% είχε θετικό περιεχόμενο. Συγκριτικά, στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχαν δοθεί μόλις τρεις ώρες κάλυψης, με το 83% να αφορά αρνητικό περιεχόμενο.

Σχεδόν το σύνολο της αρνητικής κάλυψης του Βούτσιτς προήλθε από το Ν1, ένα ανεξάρτητο κανάλι, όπου παρουσιάστηκαν και τα ρεπορτάζ της Λάλιτς για τον κοροναϊό. Όμως ένας άγριος πόλεμος για το μερίδιο στη σερβική αγορά μαίνεται μεταξύ του παρόχου καλωδιακής τηλεόρασης που προσφέρει το Ν1 – την Serbian Broadband ή SBB – και της κρατικής εταιρείας τηλεπικοινωνιών, Telekom Srbija.

Η Telekom Srbija πρόσφατα προχώρησε σε μια κίνηση που πολλοί αντιμετώπισαν ως αθέμιτη προσπάθεια να καταστήσει την SBB λιγότερο ελκυστική στους καταναλωτές, παίρνοντας από την SBB τα δικαιώματα προβολής αγώνων αγγλικού ποδοσφαίρου, προσφέροντας 700% περισσότερα χρήματα για να τους αποκτήσει.

Η προσφορά της Telekom Srbija, που αγγίζει σχεδόν τα $700 εκατομμύρια για έξι σεζόν, αποτελεί αστρονομικό ποσό για μια χώρα με πληθυσμό μόλις επτά εκατομμυρίων ανθρώπων – και είναι σχεδόν τετραπλάσια από το ποσό που συμφώνησε να καταβάλλει Όμιλος ΜΜΕ της Ρωσίας, μιας εξαιρετικά μεγαλύτερης αγοράς, για να αποκτήσει τα δικαιώματα προβολής.

Βαλκανικές ιστορίες

«Είναι πολύ δύσκολο να ανταγωνιστείς, όταν ο ανταγωνιστής σου στην πραγματικότητα δεν νοιάζεται για το κέρδος του», εξήγησε σε συνέντευξή της η Μίλιγια Ζέκοβιτς, επικεφαλής της SBB.

Η Telekom Srbija αρνήθηκε να σχολιάσει την υπόθεση στους Times, όμως σε ανακοινώσεις της για την υπόθεση υποστήριξε ότι η επένδυσή της στο αγγλικό ποδόσφαιρο και άλλα τηλεοπτικά προϊόντα είχε ως κίνητρο την εμπορική και όχι την πολιτική επιτυχία.

«Στόχος τους είναι να κλείσουν την SBB», υποστήριξε από την πλευρά του ο Ντράγκαν Σόλακ, επικεφαλής της μητρικής εταιρείας της SBB, United Group, σε συνέντευξή του στο Λονδίνο. «Στα Βαλκάνια», πρόσθεσε, «δεν θέλεις να είσαι ένας πληγωμένος καρχαρίας».

Θέλοντας να παραμείνει στο παιχνίδι, ο Σόλακ ανακοίνωσε στη διάρκεια του μήνα ότι μια ιδιωτική επενδυτική εταιρεία που βρίσκεται στον έλεγχό του αγόρασε μια ομάδα της αγγλικής Premier League, την Southampton FC. Ο κρατικός αντίπαλος της εταιρείας του θα διατηρήσει τα δικαιώματα προβολής των αγώνων, αλλά ένα μέρος του τεράστιου ποσού που συμφώνησε να καταβάλει για αυτά, θα καταλήγει στα χέρια του Σόλακ.

Τα βήματα προς τη… Βόρεια Κορέα

Πιστοί οπαδοί της κυβέρνησης διοικούν τα πέντε κυριότερα κανάλια εθνικής κάλυψης, συμπεριλαμβανομένου του υποτίθεται ουδέτερου κρατικού δικτύου, RTS. Τα μόνα τηλεοπτικά δίκτυα που δίνουν βήμα στην αντιπολίτευση στη Σερβία και αποφεύγουν την αγιογράφηση του Βούτσιτς είναι το Ν1 του Σόλακ, το οποίο συνεργάζεται με το CNN, και το επίσης δικό του TV Nova.

Χωρίς αυτά, επιμένει ο Νόβακ, η Σερβία «θα βουλιάξει στο μεσαίωνα, όπως η Βόρεια Κορέα».

Ο χώρος για κριτικές φωνές στα ΜΜΕ συρρικνώνεται διαρκώς στην ευρύτερη περιοχή, σημειώνουν οι Times, με το Ινστιτούτο V-Dem να κατατάσσει τη Σερβία, την Πολωνία και την Ουγγαρία στο «top 10 των απολυταρχικών κρατών», επικαλούμενο «επιθέσεις στο δικαστικό σύστημα και περιορισμούς στα ΜΜΕ και την κοινωνία των πολιτών». Το Freedom House περιγράφει πλέον τη Σερβία ως «μερικώς ελεύθερη».

Μαθαίνοντας από τους γείτονες

Σε καθεμιά από τις παραπάνω χώρες, οι δυνάμεις ασφαλείας – κύρια εργαλεία φίμωσης των επικριτών κατά την περίοδο του κομμουνισμού – έχουν δώσει τη θέση τους σε ελεγχόμενες ή εξαρτώμενες από το κράτος εταιρείες που συχνά ασκούν αφόρητες πιέσεις στα ειδησεογραφικά ΜΜΕ.

Το κυβερνών κόμμα της Πολωνίας, Νόμος και Δικαιοσύνη, έχει μετατρέψει το δημόσιο δίκτυο της χώρας, TVP, σε εργαλείο προπαγάνδας, αναφέρουν οι Times, ενώ μια κρατική πετρελαϊκή εταιρεία έχει αγοράσει μια σειρά από τοπικές εφημερίδες. Ωστόσο, ορισμένες εφημερίδες εθνικής κυκλοφορίας εξακολουθούν να επιτίθενται στην κυβέρνηση σε τακτική βάση.

Το Δεκέμβριο, το Νόμος και Δικαιοσύνη κατέθεσε προς ψήφιση νομοσχέδιο που θα απέκλειε από τον «αέρα» της χώρας το μοναδικό ανεξάρτητο ειδησεογραφικό κανάλι της χώρας, το αμερικανικής ιδιοκτησίας TVN24, όμως ο πολωνός πρόεδρος, ανησυχώντας ότι μια τέτοια κίνηση θα δυσχέραινε τις σχέσεις με την Ουάσινγκτον, άσκησε βέτο.

Η Ουγγαρία έχει πάει τα πράγματα ένα βήμα παραπέρα, συγκεντρώνοντας εκατοντάδες ΜΜΕ σε έναν Όμιλο υπό τον έλεγχο συμμάχων του πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν. Μόνο ένα τηλεοπτικό δίκτυο εθνικής εμβέλειας ασκεί κριτική στον Όρμπαν και είναι οικονομικά ανεξάρτητο από την κυβέρνησή του.

Οι κάποτε διασπασμένοι αντίπαλοι του Όρμπαν έχουν σχηματίσει ένα ενιαίο μέτωπο για να τον αντιμετωπίσουν στις εκλογές του Απριλίου, όμως δεν έχουν καταφέρει να πλήξουν το μιντιακό μονοπώλιό του.

«Βελτιωμένη» φίμωση

Στη Σερβία, ο χώρος που μένει στα ΜΜΕ για κριτικές φωνές έχει περιοριστεί τόσο πολύ, υποστηρίζει ο Ζόραν Σέκουλιτς, ιδρυτής και εκδότης του FoNet, ενός ανεξάρτητου ειδησεογραφικού πρακτορείου, ώστε «τα επίπεδα ελέγχου, άμεσου ή έμμεσου, θυμίζουν τη δεκαετία του 1990» υπό τον Μιλόσεβιτς, στην κυβέρνηση του οποίου ο Βούτσιτς είχε διατελέσει υπουργός πληροφοριών.

Πλέον, συνεχίζει ο Σέκουλιτς, οι δημοσιογράφοι δεν δολοφονούνται, όμως το σύστημα ελέγχου επιβιώνει, με τη μόνη διαφορά ότι έχει «αναβαθμιστεί και βελτιωθεί», για να διασφαλίσει τη φίμωση του Τύπου χωρίς να καταφεύγει σε ωμή βία.

«Σαν ηθοποιός του βωβού κινηματογράφου»

Όταν το United Group κυκλοφόρησε μια σχετικά φιλική προς την αντιπολίτευση εφημερίδα στη διάρκεια της περσινής χρονιάς, δεν κατάφερε να βρει ούτε ένα τυπογραφείο σε όλη τη χώρα που να είναι πρόθυμο να την τυπώσει. Η εφημερίδα μέχρι και σήμερα τυπώνεται στη γειτονική Κροατία και στη συνέχεια αποστέλλεται από εκεί στη Σερβία.

Ο Ντράγκαν Τζίλας, ηγέτης της σερβικής αξιωματικής αντιπολίτευσης και πρώην διευθυντικό στέλεχος των ΜΜΕ, διαμαρτύρεται ότι ενώ ο Βούτσιτς μπορεί να μιλά επί ώρες ανενόχλητος στη σερβική τηλεόραση, οι πολιτικοί της αντιπολίτευσης εμφανίζονται κυρίως ως στόχοι προς επίθεση. «Είμαι σαν ηθοποιός σε ταινία του βωβού κινηματογράφου», σχολιάζει σκωπτικά μιλώντας στους Times.

Μπλόκα, εργολάβοι και ροζ ριάλιτι

To Ν1, το μοναδικό κανάλι που του δίνει μερικές φορές βήμα, σημειώνει υψηλές θεαματικότητες στο Βελιγράδι, όμως σε πολλές μικρότερες πόλεις και χωριά στα οποία οι δήμαρχοι ανήκουν στο κόμμα του Βούτσιτς, έχει… μπλοκαριστεί. Ακόμη και στο Βελιγράδι, η εταιρεία καλωδιακής τηλεόρασης που φιλοξενεί το κανάλι, αντιμετωπίζει προβλήματα όταν επιχειρεί να πραγματοποιήσει νέες συνδέσεις σε συγκροτήματα κατοικιών που οικοδομούνται από εργολάβους με στενούς δεσμούς με την κυβέρνηση. Μια τεράστια νέα οικιστική περιοχή που οικοδομείται για να στεγάζει αξιωματούχους ασφαλείας κοντά στο Βελιγράδι, για παράδειγμα, έχει αρνηθεί να εγκαταστήσει εξοπλισμό της SBB, σύμφωνα με την εταιρεία.

Οι θεατές φιλοκυβερνητικών καναλιών «ζουν σε ένα παράλληλο σύμπαν», υποστηρίζει ο Ζέλικο Μπόντροζιτς, πρόεδρος της Ένωσης Ανεξάρτητων Δημοσιογράφων της Σερβίας, μιλώντας στους Times. Κανάλια όπως το TV Pink, ο πιο δημοφιλής τηλεοπτικός σταθμός που παρουσιάζει ριάλιτι σεξουαλικού περιεχομένου και μακροσκελή διαγγέλματα του Βούτσιτς, όπως λέει «όχι απλώς κάνουν πλύση εγκεφάλου, αλλά κάνουν τους ανθρώπους ηλίθιους».

Μπρος λογοκρισία και πίσω Ρωσία

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ έχουν επανειλημμένως ψέξει τον Βούτσιτς για την απουσία δημοσιογραφικού πλουραλισμού στη χώρα, όμως θέλοντας να κρατήσουν τη Σερβία μακριά από τον εναγκαλισμό με τη Ρωσία – αλλά και από την αναμόχλευση των εντάσεων με τη Βοσνία – δεν ασκούν μεγάλες πιέσεις επάνω στο θέμα.

Το γεγονός αυτό έχει αφήσει τον Βούτσιτς λίγο-πολύ ελεύθερο να επεκτείνει περαιτέρω τον έλεγχο επί των ΜΜΕ, τον οποίο ο Ράσα Νεντέλικοφ, διευθυντής του προγράμματος του Κέντρου για την Έρευνα τη Διαφάνεια και τη Λογοδοσία στο Βελιγράδι, περιγράφει ως «σκελετό ολόκληρου του συστήματός του». Από ορισμένες απόψεις, υποστηρίζει, ο χώρος που υπάρχει πλέον στη Σερβία για ΜΜΕ που ασκούν αντιπολίτευση είναι μικρότερος από ό,τι ήταν επί Μιλόσεβιτς, αφού εκείνος «δεν νοιαζόταν πραγματικά να πάρει εξ ολοκλήρου τον έλεγχο» και άφηνε αρκετά τοπικά μέσα ελεύθερα.

«Ο Βούτσιτς αυτή τη στιγμή μαθαίνει από αυτό το λάθος του Μιλόσεβιτς», παρατηρεί ο Νεντέλικοφ. Ο Βούτσιτς και οι σύμμαχοί του, προσθέτει, «δεν ανέχονται καμιά διαφορετική άποψη».

Συνηθίζοντας στις επιθέσεις

Φωνές που κάποτε ήταν ισχυρές και ανεξάρτητες, πλέον έχουν σωπάσει. Ο ραδιοφωνικός σταθμός Β92, ο οποίος συχνά επέκρινε τον Μιλόσεβιτς στη διάρκεια των πολέμων της δεκαετίας του 1990, για παράδειγμα, πλέον ανήκει σε έναν υποστηρικτή του Βούτσιτς και κατά βάση απλώς μεταδίδει την κυβερνητική γραμμή.

Δημοσιογράφοι και πολίτες που εκνευρίζουν τον Βούτσιτς βρίσκονται στο επίκεντρο μανιασμένων επιθέσεων από εφημερίδες του κίτρινου Τύπου, πιστές προς τις αρχές. Ο Σόλακ, ο επικεφαλής του United Group, για παράδειγμα έχει χαρακτηριστεί «μεγαλύτερος απατεώνας της Σερβίας» ή ένας αλήτης που κατατρώει τη χώρα «σαν ψώρα», όπως επίσης και προδότης που εργάζεται για τους εξωτερικούς εχθρούς της Σερβίας.

Ο ίδιος ο Σόλακ, που ζει πλέον εκτός Σερβίας επειδή ανησυχεί για την ασφάλειά του, υποστηρίζει ότι έχει γίνει τόσο σταθερός στόχος επιθέσεων που όταν δεν υπάρχει κάποιο λιβελογράφημα εναντίον του, «οι φίλοι μου με καλούν και με ρωτούν: Τι έγινε; Είσαι καλά;».

Με πληροφορίες από Times της Νέας Υόρκης