ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ένα σπίτι του 17ου αιώνα π.Χ. στον αρχαιολογικό χώρο των Παλαιών του Βόλου [εικόνες]

Spiti Magnisia

Γύρω στο 1700-1600 π.Χ., υπήρχε ένα λιθόκτιστο σπίτι στη γειτονιά των Παλαιών του Βόλου, το οποίο ξεχώριζε από τα υπόλοιπα. Αρχοντικό θα μπορούσε κάποιος να το πει. Οι ένοικοί του είχαν στην κατοχή τους εξεζητημένα για την εποχή αντικείμενα και διήγαγαν βίο κοσμοπολίτικο. Κάποια στιγμή όμως, ένα συνταρακτικό γεγονός, ίσως μία πυρκαγιά, οδήγησε στην καταστροφή και στην οριστική του εγκατάλειψη. Οι άνθρωποι δεν πρόλαβαν να πάρουν ούτε τα υπάρχοντα τους. Στο πέρασμα των χρόνων το σπίτι γκρεμίστηκε και ισοπεδώθηκε και στη θέση του χτίστηκε δύο αιώνες αργότερα, ένα νέο αρχοντικό, πιθανότατα η κατοικία του βασιλιά της μυκηναϊκής περιόδου.

KEN 728X100

 

Η αρχαιολογική σκαπάνη ξέθαψε από τη λήθη το σπίτι αυτό, λείψανα του οποίου σήμερα είναι ορατά στη δυτική πλαγιά του λόφου του Κάστρου των Παλαιών, απέναντι από τις αθλητικές εγκαταστάσεις του Μαγνησιακού. Πάνω στο πήλινο δάπεδό του βρέθηκαν τμήματα ωμών πλίνθων, υπολείμματα καμένων ξύλων, λίθινα εργαλεία και αντικείμενα υφαντουργίας, διατροφικά κατάλοιπα χερσαίων ζώων και μαλακίων και μεγάλη ποσότητα σπασμένων αγγείων. Πρόκειται για αντικείμενα του νοικοκυριού του σπιτιού που σχετίζονται με τις καθημερινές ασχολίες των ανθρώπων, όπως πιάτα και ποτήρια, κουτάλες, μεγάλα πιθάρια και μαγειρικά σκεύη. Ένα ιδιαίτερο αγγείο, το οποίο συνέβαλε σημαντικά στην ασφαλέστερη χρονολόγηση του υπόλοιπου συνόλου, αποτελεί μία πρόχους, μία κανάτα δηλαδή, με πολύχρωμη διακόσμηση (Εικ.1).

 

Εικ.1: Πρόχους με πολύχρωμη διακόσμηση
Εικ.1: Πρόχους με πολύχρωμη διακόσμηση

 

 

Το σχήμα του είναι ιδιαίτερα σπάνιο στην Ηπειρωτική Ελλάδα και πιθανότατα μιμείται κυκλαδίτικα πρότυπα ενώ η διακόσμησή του αναδεικνύει ως πιθανή προέλευση του ένα κεραμικό εργαστήριο από τη Βοιωτία. Αγγεία που προέρχονται από απομακρυσμένες περιοχές, όπως την Πελοπόννησο, την Κρήτη ή ακόμη και την Ιταλία, έχουν βρεθεί και σε άλλα σπίτια του οικισμού.

 

Τέλος, μοναδικά ευρήματα, τα οποία μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να έχουν παράλληλα σε άλλα οικιστικά σύνολα της περιόδου αυτής στον Ελλαδικό χώρο, αποτελούν ένα χρυσό δισκάριο (Εικ.2) και ένα τμήμα χρυσού ελάσματος με έκτυπη διακόσμηση, τα οποία έφεραν οπές για την ένθεση τους σε κάποιο αντικείμενο πιθανότατα ξύλινο, όπως υποδεικνύουν οι ίνες που διασώθηκαν στην εσωτερική τους επιφάνεια. Άλλωστε, το περίγραμμα των απανθρακωμένων ξύλων που βρέθηκαν πάνω στο δάπεδο του δωματίου δημιουργεί την εντύπωση ότι σχετιζόταν με ξύλινο κιβώτιο (Εικ.3).

 

Εικ.2: Χρυσό δισκάριο, το οποίο ήταν ένθετο στο ξύλινο κιβώτιο.
Εικ.2: Χρυσό δισκάριο, το οποίο ήταν ένθετο στο ξύλινο κιβώτιο.

 

 

Το πολυτελές αυτό αντικείμενο θα μπορούσε να έχει κατασκευαστεί από ντόπιους τεχνίτες, οι οποίοι είχαν αποκτήσει υψηλή τεχνογνωσία στο πέρασμα των αιώνων. Ωστόσο, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να προέρχεται από κάποιο άλλο εργαστήριο της νότιας Ελλάδας ή του Αιγαίου.

Η παρουσία του σπάνιου αυτού αντικειμένου στην οικοσκευή του σπιτιού του 17ου αιώνα π.Χ., σε συνδυασμό με τα εισαγόμενα αγγεία που εισρέουν στον οικισμό των Παλαιών και βρίσκονται ψηλά στις προτιμήσεις των κατοίκων, δείχνει κατοίκηση υψηλού βιοτικού επιπέδου. Είναι σαφές ότι πρόκειται για ένα δραστήριο εμπορικό κέντρο, το οποίο όχι μόνο ευημερεί αλλά κατέχει κομβική θέση στην περιοχή, βρίσκεται σε επαφή τόσο με τους υπόλοιπους θεσσαλικούς οικισμούς, όσο και με άλλες περιοχές της Ελλάδας και όλης της Μεσογείου και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στα μεγάλα εμπορικά δίκτυα της εποχής.

 

Εικ.3: Το δάπεδο του δωματίου, όπου φαίνεται το καμένο ξύλινο κιβώτιο
Εικ.3: Το δάπεδο του δωματίου, όπου φαίνεται το καμένο ξύλινο κιβώτιο.

 

 

Η ακμή του οικισμού συνεχίστηκε και κατά τους επόμενους δύο αιώνες, όπως μαρτυρούν τα ανασκαφικά δεδομένα τόσο από οικιστικά κατάλοιπα όσο κυρίως από το εκτεταμένο νεκροταφείο της Νέας Ιωνίας με τους 50 κιβωτιόσχημους τάφους, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν τρείς «τάφοι πολεμιστών», καθώς και πολλοί άλλοι με πλούσια κτερίσματα. Εξ’ άλλου, κατά τον 15ο αιώνα π.Χ. κατασκευάστηκε ο μεγάλος θολωτός τάφος στο Καπακλή, ένα μνημειώδες ταφικό μνημείο, το ύψος του οποίου έφθανε τα 10μ. Ο τάφος αυτός πλέον σώζεται αποσπασματικά και βρίσκεται στον προαύλιο χώρο του Ι. Ναού των Αγίων Αναργύρων. Κατά τις ώριμες φάσεις της μυκηναϊκής περιόδου (14ος-13ος αι. π.Χ.), τα Παλαιά διατήρησαν την ισχύ τους και διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά δρώμενα της περιοχής της Ιωλκού, μαζί με τους άλλους δύο οικισμούς στο Διμήνι και στα Πευκάκια.

 

Ο προϊστορικός οικισμός στο λόφο του Κάστρου των Παλαιών, ο οποίος κατοικείται αδιάλειπτα από την 3η χιλιετία π.Χ. έως και σήμερα, αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου αρχαιολογικού χώρου και ιστορικού τόπου στην καρδιά της πόλης. Καθημερινά πλήθος ανθρώπων περιδιαβαίνουν την περιοχή και έρχονται σε επαφή με τα μνημεία, όπως τα ρωμαϊκά λουτρά στο υπόγειο του Μύλου Λούλη, τη βυζαντινή και οθωμανική οχύρωση σε πολλά σημεία του λόφου, την πυριτιδαποθήκη του κάστρου, το τούρκικο Χαμάμ, κ.ά., που αποτελούν τεκμήρια της διαχρονικής κατοίκησης. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία όλα αυτά τα χρόνια διενεργεί σωστικές και συστηματικές ανασκαφικές έρευνες, συμμετέχει σε ερευνητικά προγράμματα σε συνεργασία με άλλους επιστημονικούς φορείς και μεριμνά καθημερινά για την προστασία και την ανάδειξη των μνημείων, με άμεσο στόχο τη δημιουργία ενός επισκέψιμου και ευανάγνωστου αρχαιολογικού χώρου, ενταγμένου στον πολεοδομικό ιστό του Βόλου.

 

Διαβάστε τις ειδήσεις του TheNewspaper στο Google News
 

Μπείτε στην ομάδα μας στο Viber για πιο γρήγορη ενημέρωση

error: Content is protected !!