Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΕΔΗ
Η άνοδος της άκρας δεξιάς στη Γερμανία: Αιτίες, συνέπειες και δημοκρατικές απαντήσεις Τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών του 2025 προκάλεσαν ισχυρές πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις. Η άνοδος του ακροδεξιού κόμματος “Εναλλακτική για τη Γερμανία” (AfD), το οποίο συγκέντρωσε ποσοστό άνω του 20%, ανέδειξε τη βαθιά κρίση εμπιστοσύνης που διέρχεται το πολιτικό σύστημα. Ωστόσο, η εύκολη δαιμονοποίηση των ψηφοφόρων του AfD είναι επιστημονικά και πολιτικά εσφαλμένη.
Η ουσία του προβλήματος δεν έγκειται απλώς στην άνοδο ενός ακραίου πολιτικού μορφώματος, αλλά στις δομικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που το επέτρεψαν.
1. Οι παράγοντες που οδήγησαν στην άνοδο της άκρας δεξιάς Η εκλογική επιτυχία του AfD δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία. Στηρίζεται σε βαθύτερες μεταβολές που έχουν διαμορφώσει ένα νέο πολιτικό τοπίο στη Γερμανία και την Ευρώπη γενικότερα.
Οι κυριότεροι παράγοντες είναι οι εξής: Α) Κοινωνικοοικονομική ανασφάλεια και πολιτική απογοήτευση Η Γερμανία αντιμετωπίζει αυξανόμενη οικονομική αβεβαιότητα, με πληθωρισμό, ύφεση και αύξηση της ανεργίας. Αυτές οι παράμετροι ενισχύουν την κοινωνική δυσαρέσκεια και δημιουργούν ένα εύφορο έδαφος για τη διάχυση του λαϊκισμού. Η πολιτική επιστήμη έχει τεκμηριώσει ότι σε περιόδους οικονομικής κρίσης, η ψήφος προς αντισυστημικά κόμματα αυξάνεται, καθώς οι πολίτες στρέφονται σε πολιτικούς φορείς που υπόσχονται ριζική αλλαγή (Norris & Inglehart, Cultural Backlash, 2019). Β) Διαχείριση της μετανάστευσης και πολιτισμικές εντάσεις Η Γερμανία, ως χώρα με υψηλά ποσοστά μετανάστευσης, βιώνει εντάσεις που συνδέονται με την κοινωνική ενσωμάτωση. Το AfD αξιοποίησε αυτές τις ανησυχίες, προβάλλοντας μία ρητορική εναντίον της “αποτυχημένης πολυπολιτισμικότητας” και της “απορρύθμισης των εθνικών συνόρων”. Η εκλογική βάση του AfD δεν αποτελείται αποκλειστικά από νεοναζιστές ή ρατσιστές, αλλά και από πολίτες που αισθάνονται ότι οι ανησυχίες τους για τη μετανάστευση δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από τα κυρίαρχα κόμματα. Γ) Αποτυχία των παραδοσιακών πολιτικών φορέων Ο τρικομματικός κυβερνητικός συνασπισμός του Όλαφ Σολτς (SPD, Πράσινοι, Φιλελεύθεροι) απέτυχε να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στους πολίτες. Η πολιτική τους χαρακτηρίστηκε από συμβιβασμούς, έλλειψη αποφασιστικότητας και απουσία συνοχής. Αυτό οδήγησε στη διάχυτη αίσθηση ότι τα δημοκρατικά κόμματα δεν εκπροσωπούν πλέον τα συμφέροντα των πολιτών, γεγονός που ευνόησε τη στροφή προς το AfD ως “αντισυστημική” επιλογή.
2. Η επικίνδυνη παρερμηνεία του εκλογικού αποτελέσματος Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που μπορούν να κάνουν οι δημοκρατικές δυνάμεις είναι η συλλήβδην καταδίκη του 21% των Γερμανών που ψήφισαν το AfD. Η αντιμετώπιση των υποστηρικτών ενός κόμματος ως “νεοναζί” ή “ακραίων στοιχείων” οδηγεί σε περαιτέρω πολιτική πόλωση και ριζοσπαστικοποίηση. Η πολιτική ψυχολογία έχει δείξει ότι οι ψηφοφόροι δεν ταυτίζονται πάντα απόλυτα με τις ιδεολογικές θέσεις του κόμματος που επιλέγουν (Mudde, Populism: A Very Short Introduction, 2017). Πολλοί από αυτούς ψήφισαν το AfD όχι λόγω της ακραίας του ρητορικής, αλλά επειδή θεωρούν ότι τα παραδοσιακά κόμματα αγνόησαν τις ανησυχίες τους.
Συνεπώς, η λύση δεν είναι η περιθωριοποίηση αυτών των ψηφοφόρων, αλλά η κατανόηση των αιτιών που τους οδήγησαν εκεί.
3. Η απάντηση των δημοκρατικών δυνάμεων Η πολιτική επιστήμη προτείνει τρεις βασικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση της ανόδου των ακροδεξιών κομμάτων:
Α) Αντιμετώπιση των πραγματικών κοινωνικών προβλημάτων Η αύξηση της εγκληματικότητας, η κρίση στην αγορά εργασίας και η δυσπιστία προς την πολιτική ελίτ είναι ζητήματα που δεν μπορούν να παραβλεφθούν. Αν τα δημοκρατικά κόμματα συνεχίσουν να τα αγνοούν, θα συνεχίσουν να χάνουν έδαφος. Χρειάζεται μια πολιτική που θα αποκαταστήσει την κοινωνική συνοχή και θα διασφαλίσει ότι η μετανάστευση, για παράδειγμα, δεν αποτελεί εργαλείο πολιτικής εκμετάλλευσης, αλλά ρυθμίζεται με όρους που να ανταποκρίνονται στις κοινωνικές ισορροπίες.
Β) Αλλαγή επικοινωνιακής στρατηγικής Η πολιτική επικοινωνία παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ρητορική που αντιμετωπίζει τους ψηφοφόρους του AfD ως “ανεπιθύμητους” ενισχύει τον κοινωνικό διχασμό και τροφοδοτεί τη θυματοποίηση που εκμεταλλεύεται η άκρα δεξιά. Τα δημοκρατικά κόμματα οφείλουν να επαναπροσεγγίσουν αυτούς τους ψηφοφόρους με επιχειρήματα και όχι με ηθικολογία.
Γ) Ενίσχυση της δημοκρατικής παιδείας Οι δημοκρατικοί θεσμοί πρέπει να θωρακιστούν μέσω της εκπαίδευσης, της ενίσχυσης της πολιτικής συμμετοχής και της προώθησης ενός πολιτικού διαλόγου που να στηρίζεται σε στοιχεία και όχι σε συνθήματα. Η άνοδος του λαϊκισμού είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης. Χρειάζονται δομικές μεταρρυθμίσεις που να ενισχύσουν τη συμμετοχική δημοκρατία και να μειώσουν το αίσθημα πολιτικής αποξένωσης. Συμπέρασμα Η άνοδος της άκρας δεξιάς στη Γερμανία αποτελεί καμπανάκι κινδύνου, όχι μόνο για τη χώρα, αλλά και για την Ευρώπη γενικότερα.
Ωστόσο, η λύση δεν είναι η δαιμονοποίηση ενός σημαντικού μέρους του εκλογικού σώματος, αλλά η βαθύτερη ανάλυση των αιτίων που οδήγησαν σε αυτή την εξέλιξη. Τα δημοκρατικά κόμματα οφείλουν να εγκαταλείψουν την αυτάρεσκη στάση τους και να αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα τις κοινωνικές και πολιτικές προκλήσεις της εποχής. Διαφορετικά, το φαινόμενο της ανόδου των ακραίων πολιτικών δυνάμεων θα συνεχίσει να διογκώνεται, απειλώντας τη σταθερότητα και τις θεμελιώδεις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας





