ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Απεργία: Η αποτυχία του Βόλου και η ανάμνηση από τα παλιά

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΕΔΗ

Η σημερινή αποτυχία των εργατικών συνδικάτων —της ΓΣΕΕ, της ΑΔΕΔΥ και, σε τοπικό επίπεδο, του Εργατικού Κέντρου Βόλου— να διοργανώσουν μια ζωντανή, δυναμική και μαζική απεργιακή κινητοποίηση δεν αποτελεί απλώς συγκυριακό φαινόμενο. Είναι η κορυφή ενός παγόβουνου που αποκαλύπτει τη βαθιά κρίση αντιπροσώπευσης, αξιοπιστίας και προσαρμοστικότητας του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα.

Η εξάντληση ενός μοντέλου

Για δεκαετίες, ο ελληνικός συνδικαλισμός αποτέλεσε θεμελιώδη θεσμό κοινωνικής διαπραγμάτευσης και προστασίας των εργαζομένων. Όμως, το μοντέλο αυτό φαίνεται σήμερα εξαντλημένο. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν μετατραπεί σε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς, αποκομμένους από τη βάση, χωρίς ουσιαστική ανανέωση προσώπων ή λόγου. Οι νέες γενιές εργαζομένων —ιδίως στον ιδιωτικό τομέα— δεν αναγνωρίζουν στους εκπροσώπους των συνδικάτων ούτε αξιοπιστία ούτε αποτελεσματικότητα.

Η απεργία, άλλοτε ισχυρό εργαλείο πίεσης, μοιάζει πια περισσότερο με τελετουργική αναπαράσταση ενός ένδοξου παρελθόντος, χωρίς πραγματικό αντίκρισμα. Το μήνυμα δεν φτάνει ούτε στους εργοδότες ούτε στην κοινωνία, ενώ η συμμετοχή είναι αποκαρδιωτικά χαμηλή.

Οι αιτίες της απαξίωσης

Η απομάκρυνση των εργαζομένων από τα συνδικάτα έχει πολλαπλές αιτίες:

  1. Αλλαγή στην αγορά εργασίας: Η επισφάλεια, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης και η εργασία μέσω πλατφορμών καθιστούν δύσκολη τη συλλογική οργάνωση. Οι περισσότεροι νέοι εργαζόμενοι δεν έχουν μόνιμη σχέση με έναν εργοδότη ή έναν χώρο εργασίας, άρα ούτε συνδικαλιστική «πατρίδα».
  2. Έλλειψη εμπιστοσύνης: Πολλοί εργαζόμενοι θεωρούν τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ συνδεδεμένες με πολιτικά κόμματα, περισσότερο προσανατολισμένες στη διατήρηση ισορροπιών παρά στη διεκδίκηση.
  3. Επικοινωνιακή υστέρηση: Σε μια εποχή που η πληροφόρηση και η δημόσια σφαίρα λειτουργούν ψηφιακά, τα συνδικάτα παραμένουν προσκολλημένα σε ανακοινώσεις τύπου και σε προκηρύξεις του 20ού αιώνα. Δεν έχουν καταφέρει να αρθρώσουν έναν σύγχρονο, τεκμηριωμένο και ορατό δημόσιο λόγο.
  4. Απουσία τοπικής σύνδεσης: Τα Εργατικά Κέντρα δεν λειτουργούν ως σημείο αναφοράς ή υποστήριξης του εργαζόμενου. Λείπει η καθημερινή παρουσία, η παρέμβαση στους χώρους δουλειάς, η πρακτική βοήθεια και η δικτύωση.

Πέρα από τα οργανωτικά προβλήματα, υπάρχει και μια βαθύτερη κοινωνική κόπωση. Οι εργαζόμενοι αισθάνονται απομονωμένοι, αδύναμοι και συχνά ηττημένοι. Δεν πιστεύουν ότι μια απεργία μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα. Στην πράξη, η αποχή από τις κινητοποιήσεις δεν είναι αδιαφορία· είναι ένδειξη απελπισίας.

Τι μπορεί να αλλάξει

Αν το συνδικαλιστικό κίνημα θέλει να επιβιώσει, χρειάζεται ριζική επανεκκίνηση.

  • Ψηφιακός και θεματικός συνδικαλισμός: Δημιουργία θεματικών δικτύων (για νέους, εργαζομένους σε delivery, σε call centers, σε ελεύθερα επαγγέλματα), με χρήση social media, πλατφορμών επικοινωνίας και συλλογικών δράσεων που υπερβαίνουν τη «μία απεργία τον μήνα».
  • Επιστροφή στη βάση: Οργάνωση σε χώρους δουλειάς, συχνές συνελεύσεις, ανοιχτός διάλογος και λογοδοσία των συνδικαλιστών.
  • Επαγγελματισμός και τεκμηρίωση: Οι ανακοινώσεις και οι θέσεις πρέπει να βασίζονται σε μελέτες, στοιχεία και ρεαλιστικές προτάσεις πολιτικής, όχι σε κενές συνθηματολογίες.
  • Συνεργασία με την κοινωνία: Τα συνδικάτα πρέπει να ξαναγίνουν μέρος του κοινωνικού ιστού — να συνδεθούν με συλλογικότητες, ΜΚΟ, κινήσεις πολιτών, ώστε να εκπροσωπούν τη φωνή του εργαζόμενου πολίτη, όχι του κλειστού κομματικού ακροατηρίου.

Η σημερινή αποτυχία της απεργίας δεν είναι ατύχημα. Είναι το αποτέλεσμα μιας πορείας στασιμότητας, θεσμικής κόπωσης και ελλείμματος εμπιστοσύνης. Αν όμως οι συνδικαλιστικές οργανώσεις αποφασίσουν να ανανεώσουν ριζικά τον λόγο και τη λειτουργία τους, υπάρχει ελπίδα.

Ο εργαζόμενος του 2025 δεν χρειάζεται ένα σωματείο για να φωνάζει — χρειάζεται μια δομή που να τον ακούει, να τον στηρίζει και να μιλά τεκμηριωμένα για το μέλλον της εργασίας. Μόνο έτσι ο συνδικαλισμός μπορεί να ξαναγίνει εργαλείο αλλαγής και όχι ανάμνηση ενός περασμένου αιώνα.