ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Άγιος Βασίλειος Βόλου: Από τις «παράγκες» του Συνοικισμού στα ματωμένα τούβλα

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Ο Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Βόλου δεν είναι απλώς μια εκκλησία σε μια πυκνοκατοικημένη γειτονιά της πόλης. Είναι σύμβολο μνήμης, προσφυγιάς, συλλογικής προσπάθειας και ζωντανής πίστης. Η ιστορία του ξεκινά από τις «παράγκες» του Συνοικισμού Ιωλκού και φτάνει μέχρι το σήμερα, όπου ο ναός λειτουργεί ως πνευματικό, κοινωνικό και πολιτιστικό κέντρο για χιλιάδες ανθρώπους.

Η ανάγκη για ενορία γεννιέται μέσα στη φτώχεια και την προσφυγιά
Στα τέλη της δεκαετίας του ’40, στην περιοχή του τότε «Συνοικισμού Ιωλκού» ζουν εκατοντάδες οικογένειες, πολλές από αυτές πρόσφυγες από την Καππαδοκία και άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας. Στις γνωστές «παράγκες» στοιβάζονται περίπου 1.000 οικογένειες, εκ των οποίων γύρω στις 550 είναι προσφυγικές. Οι κάτοικοι εκκλησιάζονται είτε στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος είτε στην Ανάληψη, όμως η απόσταση και οι δύσκολες συνθήκες κάνουν όλο και πιο επιτακτικό το αίτημα για δική τους ενορία και σχολείο.

Από το 1949 κιόλας, με τη σύμφωνη γνώμη του τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος Ιωακείμ, οι κάτοικοι απευθύνονται στην Πολιτεία ζητώντας επίσημα την ίδρυση ενορίας. Στο πλευρό τους στέκονται η Μητρόπολη και ο Δήμος Παγασών, με τότε δήμαρχο τον Γ. Κοντοστάνο. Το αίτημα δεν είναι απλώς θρησκευτικό· είναι βαθιά κοινωνικό: μια φτωχή, προσφυγική γειτονιά ζητά ταυτότητα, δομή, στήριξη.

Η δωρεά του οικοπέδου και οι πρώτες αποφάσεις
Το οικόπεδο όπου σήμερα δεσπόζει ο Άγιος Βασίλειος βρισκόταν τότε σε μια μάλλον απόμερη θέση, στη θέση «Αμυγδαλιά». Ανήκε στο ζεύγος Αθανασίου και Κυρατσώς Γεωργαντζά, καταγωγής από τη Μακρινίτσα, και είχε παραχωρηθεί αρχικά στη θρησκευτική οργάνωση «Ζωή». Μετά από συνεννόηση και σεβασμό στην επιθυμία των δωρητών, το 1950 το οικόπεδο επιστρέφεται στην Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος με τον ρητό όρο να ανεγερθεί μέσα σε δέκα χρόνια ναός – όρος που τελικά τηρείται.

Υπήρξε η σκέψη ο ναός να κτιστεί στο τέρμα της οδού Ροζού, ώστε να δεσπόζει οπτικά ως άξονας, όπως συμβαίνει στη Νέα Ιωνία με την Ευαγγελίστρια. Όμως τα πολλά κληρονομικά ζητήματα του οικοπέδου εκείνου οδήγησαν στην οριστική επιλογή του αρχικού χώρου, που σήμερα όλοι γνωρίζουν.

Η επίσημη ίδρυση της ενορίας και η πρώτη μεγάλη μέρα
Μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών, στις 22 Ιουνίου 1953, με Βασιλικό Διάταγμα και απόφαση της Ιεράς Συνόδου, ιδρύεται επίσημα η Ενορία Αγίου Βασιλείου Βόλου. Τα όριά της τότε εκτείνονται από τα χωριά Αγίας Παρασκευής και Αγίου Γεωργίου βόρεια, έως την οδό Βύρωνος νότια, με ανατολικό όριο την Αντωνοπούλου και δυτικό τον χείμαρρο Κραυσίδωνα.

Στην πράξη, όμως, ο ναός είχε ήδη αρχίσει να «γεννιέται» νωρίτερα. Με εντολή του Μητροπολίτη Ιωακείμ, ο τότε Πρωτοσύγκελλος, Αρχιμανδρίτης Κλήμης Αναστασίου, αναλαμβάνει να οργανώσει την προσπάθεια. Στις 9 Δεκεμβρίου 1951 συγκεντρώνει τους κατοίκους στο καφενείο του Χατζηιωάννου. Εκεί ξεκινά ένας μικρός… «διάλογος ταυτοτήτων». Πρόσφυγες από Καππαδοκία, από Γιάλβα, Μικρασιάτες και ντόπιοι διαφωνούν ως προς το όνομα του Αγίου. Τελικά, με τη δική του καθοδήγηση, όλοι συμφωνούν στο όνομα του Αγίου Βασιλείου, του μεγάλου Ιεράρχη της Καισαρείας.

Η θεμελίωση: ένας λαός χτίζει τον ναό του
Στις 6 Απριλίου 1952, Κυριακή Ε’ Νηστειών, τελείται η θεμελίωση. Από τον Ιερό Ναό Αναλήψεως ξεκινά πομπή με πολιτικές και στρατιωτικές αρχές. Ο Μητροπολίτης Ιωακείμ τελεί τον αγιασμό μέσα σε κλίμα συγκίνησης: ένας προσφυγικός συνοικισμός αποκτά επιτέλους το δικό του πνευματικό σπίτι.

Ο θεμέλιος λίθος βγαίνει σε δημοπρασία. Πλειοδότης αναδεικνύεται ο έμπορος Νικόλαος Κουτσίνας, ο οποίος τον τοποθετεί, «χρίοντάς» τον με λάσπη, μετά τη χαρακτηριστική φράση «έδρασον» του Μητροπολίτη. Γύρω, οι κάτοικοι προσφέρουν ό,τι έχουν: χρήματα, υλικά, δουλειά με τα χέρια. Κάποιος προσφέρει μέχρι και ζωντανό αρνί για λαχειοφόρο, ενώ οι γυναίκες ετοιμάζουν κεράσματα και φαγητό για εργάτες και πιστούς.

Το χτίσιμο μέσα από εράνους, κόπο και «ματωμένα τούβλα»
Η ανέγερση του ναού γίνεται με τον πιο γνήσιο λαϊκό τρόπο: εράνους, προσφορές σε είδος και αμέτρητες ώρες εθελοντικής εργασίας. Συνεργεία εράνου γυρίζουν κάθε Κυριακή τη συνοικία, ενώ παραμονές της γιορτής του Αγίου Βασιλείου γίνεται γενικός έρανος σε όλο τον Βόλο. Την πρώτη χρονιά συγκεντρώνονται πάνω από 31 εκατομμύρια δραχμές, τεράστιο ποσό για την εποχή.

Χαρακτηριστική είναι η εικόνα των παιδιών του 14ου Δημοτικού Σχολείου. Μετά από παράκληση του π. Κλήμη, αφήνουν τα μαθήματά τους και για μέρες μεταφέρουν με τα χέρια χιλιάδες τούβλα από το εργοστάσιο Τσαλαπατά στο εργοτάξιο του ναού. Τα μικρά τους χέρια ματώνουν, αλλά εκείνα επιμένουν. Αυτά τα «ματωμένα τούβλα» κουβαλούν το δικό τους φορτίο συγκίνησης στην ιστορία του Αγίου Βασιλείου.

Στο μεταξύ, ο ναός χτίζεται ως επιβλητική τρίκλιτη βασιλική με μαρμάρινες κολόνες και μεγάλο γυναικωνίτη. Η εξωτερική επένδυση με πέτρα –άλλες αγορασμένες από λατομεία της περιοχής, άλλες προσφερόμενες– δίνει στο κτίσμα τη χαρακτηριστική αυστηρή ομορφιά του. Μεγάλη βοήθεια προσφέρει ο τότε διοικητής της 3ης Μεραρχίας Λαρίσης, στρατηγός Θωμάς Πεντζόπουλος, που διαθέτει 200 κυβικά πέτρας Βελεστίνου αλλά και στρατιωτικά φορτηγά για τη μεταφορά.

Μέχρι να ολοκληρωθεί ο κυρίως ναός, οι λειτουργίες τελούνται αρχικά υπαίθρια, κατόπιν σε έναν πρόχειρο «ναΐσκο» – τη γνωστή «παράγκα» στο εσωτερικό του υπό ανέγερση ναού. Η μικρή καμπάνα δανείζεται από καμπανοποιό του Βόλου, κρεμιέται σε ένα δέντρο λωτού που λειτουργεί ως αυτοσχέδιο καμπαναριό και επιστρέφει κάθε Κυριακή στον ιδιοκτήτη της, ώσπου να αγοραστεί οριστικά.

Σεισμοί, δυσκολίες, επιμονή
Ο σεισμός του 1955 βρίσκει τον ναό ημιτελή, με τις ζημιές ευτυχώς περιορισμένες. Όμως τα ερείπια πολλών αρχοντικών του Βόλου γίνονται αφορμή να συγκεντρωθεί μαρμάρινο υλικό για τις ανάγκες της εκκλησίας. Η επιτροπή αναζητά και συλλέγει πέτρες, μαρμάρινα στοιχεία, κιονόκρανα, ακόμη και τμήματα από τα παλαιά ρείθρα της παραλίας, που είχαν ανατινάξει οι Γερμανοί και είχαν συγκεντρωθεί στην «Εξωραϊστική».

Στο πλευρό της ενορίας στέκονται δεκάδες τεχνίτες: οικοδόμοι, μαρμαράδες, σιδεράδες, μαραγκοί, αγιογράφοι. Ο μαρμαράς Αργύρης Μπαλαμπάνης και το συνεργείο του σμιλεύουν με υποδειγματική τέχνη κολόνες και κιονόκρανα, σε μια δουλειά που για την εποχή φαντάζει σχεδόν «θαυματουργή».

Οι μεγάλες δωρεές και η συμβολή των ομογενών
Σημαντική ώθηση δίνουν δύο μεγάλες δωρεές: η μεταθανάτια κληρονομιά της Ελένης, χήρας Τιμολέοντος Χατζηγεωργίου – Παπαδημητρίου, και κυρίως η προσφορά του ομογενούς από την Αμερική Κωνσταντίνου Ουτσκούνη. Ο τελευταίος χρηματοδοτεί κρίσιμα στάδια της αποπεράτωσης, από τις στέγες έως τους πολυελαίους, το κωδωνοστάσιο και το ρολόι. Συνολικά προσφέρει περίπου 15.000 δολάρια, ποσό τεράστιο για την εποχή, γι’ αυτό και ο Δήμος Βόλου τον ανακηρύσσει επίτιμο δημότη.

Το 1960 γκρεμίζεται ο πρόχειρος ναΐσκος, η σκεπή έχει ολοκληρωθεί, το εσωτερικό διαμορφώνεται, ο ναός αγιογραφείται από τον σπουδαίο ζωγράφο Βασίλη Καζάκο. Ο χώρος παίρνει σταδιακά τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα.

Τα εγκαίνια του 1963: η ολοκλήρωση ενός άθλου
Την 1η Σεπτεμβρίου 1963 τελούνται με λαμπρότητα τα εγκαίνια του Ιερού Ναού Αγίου Βασιλείου. Προεξάρχει ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Δαμασκηνός, πλαισιωμένος από τον Μητροπολίτη Νεαπολέως Αρτέμιο, πλήθος κληρικών, αρχών και λαού. Μαζί εγκαινιάζονται και τα τέσσερα παρεκκλήσια του ναού, αφιερωμένα στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, τον Απόστολο Παύλο και την Αγία Αικατερίνη.

Κατά τη διάρκεια της τελετής τιμάται ιδιαιτέρως ο Κωνσταντίνος Ουτσκούνης, στον οποίο απονέμεται εκκλησιαστικό οφίκιο, ενώ γίνονται τα αποκαλυπτήρια της προτομής του στην είσοδο του ναού και της μαρμάρινης πλάκας με τα ονόματα δωρητών και ευεργετών. Σε ειδική στιγμή συγκίνησης τελείται τρισάγιο στον τάφο του μακαριστού Μητροπολίτη Ιωακείμ, που είχε ζητήσει ο ίδιος να ταφεί στο προαύλιο της εκκλησίας που τόσο αγάπησε και στήριξε.

Ο ναός ως κέντρο κοινωνικής δράσης
Μετά τα εγκαίνια, ο Άγιος Βασίλειος δεν περιορίζεται στη λατρεία. Γίνεται κέντρο κοινωνικής μέριμνας σε δύσκολα χρόνια. Από τη δεκαετία του ’60 οργανώνονται συσσίτια για άπορα παιδιά στο γυναικωνίτη, κατηχητικά σχολεία όλων των βαθμίδων, κύκλοι μελέτης Αγίας Γραφής, ομιλίες και εκδηλώσεις. Εθελοντικές επιτροπές γυναικών μαγειρεύουν και μοιράζουν φαγητό, στηρίζοντας οικογένειες της ενορίας σε περιόδους φτώχειας.

Ιερείς όπως ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Χριστόπουλος, ο Ιωάννης Σταθόπουλος, ο Απόστολος Γερονικολός, ο Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος Κολλάς και πολλοί ακόμη κληρικοί διακονούν επί δεκαετίες με συνέπεια, χτίζοντας σχέσεις εμπιστοσύνης με τους ενορίτες. Δεκάδες ιεροψάλτες, νεωκόροι, εκκλησιαστικοί επίτροποι, τεχνίτες και εθελοντές –άνδρες και γυναίκες– βάζουν το δικό τους λιθαράκι στην πορεία της ενορίας.

Το Πνευματικό Κέντρο «Βασιλεία» και το σήμερα
Επί Μητροπολίτου Δημητριάδος Χριστοδούλου, ο ναός προχωρά σε μια ακόμη μεγάλη επένδυση: την ανέγερση Πνευματικού Κέντρου. Ο θεμέλιος λίθος τοποθετείται το 1986, τα εγκαίνια γίνονται το 1996 και το κτίριο παίρνει το όνομα «Βασιλεία». Όπως και ο ναός, έτσι και το κέντρο χτίζεται με τις μικρές και μεγάλες προσφορές των ενοριτών.

Στο Πνευματικό Κέντρο στεγάζονται σήμερα το κατηχητικό έργο, οι νεανικές συντροφιές, οι συναντήσεις νέων γονέων, οι φιλανθρωπικές δράσεις, οι εκδηλώσεις και πλήθος ακόμη πρωτοβουλιών. Στους ορόφους του φιλοξενείται και το παρεκκλήσιο του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ, ενώ παράλληλα συνεχίζεται με συνέπεια η αγιογράφηση και ο καλλωπισμός του κυρίως ναού.

Σήμερα, με την ευλογία του Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνατίου, ο Άγιος Βασίλειος παραμένει ένας ζωντανός πυρήνας στην καρδιά της συνοικίας: τόπος προσευχής, αλλά και χώρος συνάντησης, αλληλεγγύης, παρηγοριάς. Η λειτουργική ζωή, το κήρυγμα, η εξομολόγηση, οι κύκλοι μελέτης, οι νεανικές και φιλανθρωπικές δράσεις συνεχίζουν μια παράδοση που ξεκίνησε μέσα στη φτώχεια των «παράγκων» και εξελίχθηκε σε ένα πραγματικό «θαύμα των φτωχών χριστιανών».

Ο Ναός του Αγίου Βασιλείου δεν είναι μόνο ένα όμορφο πέτρινο οικοδόμημα. Είναι η ζωντανή αφήγηση μιας ολόκληρης γειτονιάς, που έμαθε να στέκεται ενωμένη, να προσφέρει, να χτίζει με αγώνα και πίστη. Και, όπως δείχνει η πορεία του, εξακολουθεί να είναι σημείο αναφοράς για όσους αναζητούν όχι απλώς έναν ναό για να ανάψουν ένα κερί, αλλά μια κοινότητα για να ανήκουν.