Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας Mentor – L&B Coach
Ήταν η τελευταία Παρασκευή πριν κλείσει η χρονιά και το γραφείο μύριζε χαρτί και καφέ.
Ο Γιάννης είχε απλωμένους φακέλους πάνω στο γραφείο: «2022», «2023», «2024». Κάποιοι παραφουσκωμένοι, άλλοι σχεδόν άδειοι. Στο παράθυρο φαινόταν ένα κομμάτι από την πόλη, με κάτι φωτάκια που αναβόσβηναν ακόμα και μέρα.
Έβαλε άλλη μια απόδειξη μέσα σε έναν φάκελο, τον έκλεισε με συρραπτικό και έγραψε απ’ έξω με στυλό: «Κλειστός». Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε να κοιτάζει τη λέξη. Δεν ήταν μόνο τα χαρτιά. Ήταν όλη η χρονιά που είχε περάσει από το γραφείο αυτό: λογαριασμοί, αγωνίες, μικρές χαρές, μεσημέρια που έτρωγε βιαστικά πάνω από το πληκτρολόγιο.
Κοίταξε το ρολόι. Είχε δουλειά ακόμη, αλλά εκείνη η κίνηση, το να κλείσει έναν φάκελο και να γράψει «Κλειστός», έμοιαζε σαν να του έλεγε ότι κάτι πράγματι τελείωνε. Όχι με φανφάρες. Με ένα απλό “κλικ” από το συρραπτικό.
Κάθε τέλος χρονιάς έχει κάτι από αυτό το «κλικ». Κάτι μικρό, σχεδόν μηχανικό, που όμως κρύβει από πίσω του μήνες ολόκληρους. Κάπου στην πόλη κάποιος μαζεύει στολίδια από μια βιτρίνα. Κάποιος άλλος σβήνει υπενθυμίσεις από το κινητό. Κάποιος τρίτος σημειώνει σε ένα μπλοκάκι «από Γενάρη να…», χωρίς να είναι σίγουρος αν το εννοεί. Ίσως τελικά το τέλος της χρονιάς να μην μοιάζει με μεγάλο κλείσιμο αυλαίας, αλλά με πολλά μικρά χέρια που μαζεύουν σιγά–σιγά σκηνικά. Και ανάμεσα σε αυτά, κάπου στέκεται ο άνθρωπος και αναρωτιέται τι κρατά, τι αφήνει και τι δεν θέλει να συνεχίσει όπως ήταν.
Σ’ ένα δυάρι λίγο πιο πάνω από τον κεντρικό δρόμο, η Έλενα είχε απλώσει στο τραπέζι της κουζίνας ένα σημειωματάριο. Στις πρώτες σελίδες είχε κάτι παλιές λίστες: «στόχοι 2022», «να προσέχω περισσότερο», «να είμαι πιο οργανωμένη». Δίπλα, ένα φλιτζάνι με τσάι που είχε κρυώσει.
Άνοιξε το ημερολόγιο του κινητού. Είδε μερικά ραντεβού που ακυρώθηκαν τελευταία στιγμή, μερικές μέρες που είχαν τίτλο «δουλειά» από το πρωί ως το βράδυ, δυο–τρεις φωτογραφίες από βόλτες που είχαν ξεχαστεί στα “άλλα”.
Γύρισε σε μια άδεια σελίδα και έγραψε τρεις γραμμές: «Τι άφησα;» «Τι έμαθα;»
«Τι κρατάω;»
Σταμάτησε.
Στην πρώτη έγραψε: «Άφησα το να απαντάω σε όλα αμέσως».
Στη δεύτερη: «Έμαθα ότι όταν ζητάω βοήθεια, δεν καταρρέει ο κόσμος».
Στην τρίτη: «Κρατάω τον καφέ με την Άννα κάθε Τετάρτη».
Δεν είχε κλείσει η χρονιά. Αλλά για πρώτη φορά δεν ένιωθε ότι την περνούσε “στο περίπου”.
Κάτι μέσα της είχε βάλει μια τελεία, όχι για να τελειώσει, αλλά για να ξεχωρίσει τι της είχε μείνει.
Κάτω, στην παραλία, ένας ηλικιωμένος καθόταν σε ένα παγκάκι με το παλτό κουμπωμένο μέχρι πάνω.
Μπροστά του η θάλασσα ήταν σχεδόν ήρεμη, μόνο κάτι μικρά κυματάκια έσκαγαν στο τσιμεντένιο χείλος. Στο χέρι κρατούσε ένα χαρτί διπλωμένο στα τέσσερα.
Κάθε τόσο το άνοιγε, το κοίταζε, το ξανάκλεινε. Αν κάποιος πλησίαζε, θα έβλεπε ότι πάνω–πάνω έγραφε: «Το 2026 θέλω να…», με κάτι λέξεις σβησμένες από κάτω. Δεν ήξερε αν θα βρει την ιδανική φράση.
Άλλες χρονιές είχε γράψει μεγάλα πράγματα και μετά ντρεπόταν να τα ξαναδεί. Φέτος, του αρκούσε κάτι απλό. Να μπορεί να πει, σε έναν χρόνο από τώρα: «Σε κάποιες στιγμές σεβάστηκα λίγο περισσότερο τον εαυτό μου».
Δίπλα του πέρασε μια οικογένεια με δύο παιδιά που έτρεχαν μπροστά, φωνάζοντας. Η μητέρα τους τούς φώναξε να προσέχουν, ο πατέρας γελούσε. Ο ηλικιωμένος τους κοίταξε για λίγο και, χωρίς να το καταλάβει, χαμογέλασε κι αυτός.
Καμιά φορά, αυτό που λέμε «τέλος χρονιάς» δεν είναι ημερομηνία. Είναι μικρές, ήσυχες στιγμές σαν κι αυτές.
Ένας άνθρωπος που κλείνει έναν φάκελο και ανασαίνει λίγο πιο ανάλαφρα.
Κάποιος που γράφει τρεις απλές γραμμές σε ένα τετράδιο, για να μην αφήσει τη χρονιά να περάσει σαν να μην άγγιξε τίποτα.
Κάποιος άλλος που διπλώνει ένα χαρτί με μια πρόθεση και το βάζει στην τσέπη του παλτού του.
Ίσως το τέλος να είναι αυτό: να δίνεις ένα μικρό νόημα σε όσα πέρασαν, να ξεχωρίζεις τι δεν θέλεις να κουβαλάς άλλο όπως πριν, να αφήνεις μια χαραμάδα χώρο για κάτι πιο ήρεμο που έρχεται.
Το βράδυ, ο Γιάννης θα σβήσει το φως στο γραφείο, η Μαρίνα θα κλείσει το σημειωματάριο
και ο ηλικιωμένος θα βάλει το διπλωμένο χαρτί στο συρτάρι δίπλα στα κλειδιά του.
Τίποτα δεν θα έχει αλλάξει θεαματικά. Κι όμως, κάπου ανάμεσα στα χαρτιά, στις λέξεις και στις μικρές σιωπές, θα υπάρχει λίγο παραπάνω χώρος για ό,τι έρχεται.
Κάθε τέλος είναι μια πρόσκληση για νέα αρχή.





