ΤΟΥ Δημήτρη Μαρέδη
Τα στοιχεία είναι αμείλικτα και δεν επιδέχονται εύκολες ερμηνείες. Η κοινωνική εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν αποτελεί ζήτημα εντυπώσεων ή συγκυριακής δυσαρέσκειας, αλλά βασικό δείκτη θεσμικής υγείας μιας Δημοκρατίας. Όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι οι θεσμοί λειτουργούν δίκαια, ανεξάρτητα και προς όφελος του συλλογικού συμφέροντος, τότε δεν έχουμε απλώς πολιτική κρίση· έχουμε κρίση νομιμοποίησης.
Η εικόνα που αποτυπώνεται στην έρευνα του 2025 είναι αποκαλυπτική. Οι θεσμοί που σχετίζονται με την άμεση προστασία της ζωής και την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα –όπως η Πυροσβεστική ή η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία– απολαμβάνουν υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης. Αντιθέτως, οι κατεξοχήν θεσμοί της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, η Βουλή, τα πολιτικά κόμματα και, ακόμη πιο ανησυχητικά, η Δικαιοσύνη, καταγράφουν εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά αποδοχής.
Αυτό δεν είναι τυχαίο. Η επιστημονική βιβλιογραφία για την «θεσμική διάβρωση» δείχνει ότι η εμπιστοσύνη φθείρεται όταν οι πολίτες αντιλαμβάνονται συστηματική απόσταση ανάμεσα στον θεσμικό λόγο και τη θεσμική πράξη. Όταν οι αποφάσεις εμφανίζονται ως πολιτικά κατευθυνόμενες, όταν η λογοδοσία είναι επιλεκτική και όταν η διαφάνεια περιορίζεται σε επικοινωνιακές διακηρύξεις, τότε η δυσπιστία παγιώνεται.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η χαμηλή εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Σε κάθε σύγχρονο κράτος δικαίου, η Δικαιοσύνη αποτελεί τον τελικό εγγυητή της ισότητας απέναντι στον νόμο. Όταν όμως σημαντικό μέρος της κοινωνίας θεωρεί –ορθώς ή εσφαλμένως– ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί αργά, επιλεκτικά ή υπό πολιτική και οικονομική πίεση, τότε κλονίζεται το ίδιο το θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής. Δεν πρόκειται απλώς για κριτική σε αποφάσεις, αλλά για αμφισβήτηση της θεσμικής ουδετερότητας.

Αντίστοιχα, η απαξίωση της Βουλής και των πολιτικών κομμάτων συνδέεται με τη μακροχρόνια αίσθηση ότι η πολιτική εκπροσώπηση δεν αντανακλά τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Η υπερσυγκέντρωση εξουσίας, η κομματική πειθαρχία που υπερβαίνει τη συνείδηση του βουλευτή, η αδυναμία ουσιαστικού κοινοβουλευτικού ελέγχου και η επαναλαμβανόμενη εμπειρία ατιμωρησίας οδηγούν τους πολίτες στο συμπέρασμα ότι το πολιτικό σύστημα λειτουργεί αυτοαναφορικά.
Το πιο επικίνδυνο στοιχείο αυτής της κατάστασης δεν είναι η κριτική· η κριτική είναι υγιής. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι η παραίτηση. Όταν η κοινωνία παύει να προσδοκά βελτίωση και αντιμετωπίζει τους θεσμούς ως αναπόφευκτα διεφθαρμένους ή αναποτελεσματικούς, τότε ανοίγει ο δρόμος είτε για τον κυνισμό είτε για τον αυταρχισμό.
Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης δεν επιτυγχάνεται με συνθήματα ούτε με επικοινωνιακές καμπάνιες. Απαιτεί μετρήσιμες πράξεις: πραγματική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, διαφάνεια στις πολιτικές αποφάσεις, ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο, λογοδοσία χωρίς εξαιρέσεις. Κυρίως, απαιτεί την επανασύνδεση των θεσμών με την κοινωνία, όχι ως μηχανισμών εξουσίας, αλλά ως φορέων υπηρεσίας του δημόσιου συμφέροντος.
Η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται. Κερδίζεται. Και σήμερα, τα δεδομένα δείχνουν ότι οι θεσμοί οφείλουν πρώτα να κοιταχτούν στον καθρέφτη, αν θέλουν οι πολίτες να τους κοιτάξουν ξανά με σεβασμό.





