Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΕΔΗ
Δεν πρόκειται για μια απλή αλλαγή προγράμματος. Στον Βόλο καταγράφηκε κάτι πολύ πιο ανησυχητικό: η κανονικοποίηση της ιδέας ότι μια οργανωμένη πίεση μπορεί να υπαγορεύει ποιος δικαιούται να μιλά και ποιος όχι – ακόμη και σε μια τελετή μνήμης για το απόλυτο έγκλημα του 20ού αιώνα. Η απόφαση της Περιφέρειας Θεσσαλίας, ως συνδιοργανώτριας, να ζητήσει την αφαίρεση της κεντρικής ομιλίας του Σάκη Μουμτζή, αφού η πρόσκληση είχε ήδη αποσταλεί και ενώ η εκδήλωση παραμένει προγραμματισμένη για την 1η Φεβρουαρίου 2026 στο Δημοτικό Θέατρο Βόλου, δεν είναι διοικητική λεπτομέρεια. Είναι πολιτική πράξη με βαρύ συμβολισμό.
Η αιτιολογία που επικαλέστηκε η σχετική ανακοίνωση ήταν ο «φόβος επεισοδίων». Όμως ο φόβος αυτός δεν ισοδυναμεί με ουδετερότητα. Λειτουργεί ως ανταμοιβή. Δείχνει ότι η απειλή, ακόμη και υπαινικτική, αρκεί για να αλλάξει μια δημόσια απόφαση. Ότι η φασαρία αποδίδει. Σήμερα αφαιρείται ένας ομιλητής· αύριο θα αφαιρεθεί μια φράση· μεθαύριο μια ιδέα. Στο τέλος, αυτό που τίθεται υπό όρους δεν είναι το πρόσωπο, αλλά η ίδια η μνήμη.
Το άμεσο αποτέλεσμα είναι πρακτικό και επικίνδυνο. Η υποχώρηση δεν «ηρεμεί τα πνεύματα». Τα εκπαιδεύει. Αποδεικνύει ότι η μέθοδος λειτουργεί και άρα ενθαρρύνει την επανάληψή της. Ταυτόχρονα, όμως, στέλνει ένα ακόμη πιο σκοτεινό μήνυμα: ότι ακόμη και η μνήμη του Ολοκαυτώματος μπορεί να γίνει αντικείμενο παζαριού. Όταν οι θεσμοί υποχωρούν σε μια εκδήλωση που αφορά την εξόντωση έξι εκατομμυρίων Εβραίων, η εβραϊκή παρουσία παύει να θεωρείται αυτονόητη και μετατρέπεται σε «υπό όρους». Σήμερα αμφισβητείται η επιλογή ομιλητή από την Ισραηλιτική Κοινότητα. Αύριο αμφισβητείται ο ίδιος ο τρόπος μνήμης. Δεν είναι τυχαίο ότι το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος προειδοποίησε πως η Ημέρα Μνήμης δεν προσφέρεται για πολιτικές σκοπιμότητες και ότι τέτοιες υποχωρήσεις θυμίζουν πόσο εύθραυστα είναι τα αναχώματα απέναντι στον ολοκληρωτισμό.
Υπάρχει και ένα βαθύτερο, ιδεολογικό επίπεδο. Το επεισόδιο αποκαλύπτει πόσο επίμονη παραμένει η λογική των «πιστοποιητικών φρονημάτων» στον ελληνικό δημόσιο χώρο. Μια τελετή μνήμης για το Ολοκαύτωμα βρέθηκε να αξιολογείται με όρους εμφυλιοπολεμικών αφηγήσεων. Πανεπιστημιακοί και τοπικές συλλογικότητες θεώρησαν θεμιτό να απαιτούν αποκλεισμό προσώπου επειδή δεν ευθυγραμμίζεται με το δικό τους ιδεολογικό ιερατείο. Και ο θεσμός, αντί να υπερασπιστεί τον κανόνα, προτίμησε την ευκολία της υποχώρησης. Αυτή είναι μια παλιά ελληνική παθογένεια: οι αποφάσεις να λαμβάνονται με βάση τον θόρυβο και όχι τους κανόνες.
Το πιο δυσάρεστο, όμως, πρέπει να ειπωθεί καθαρά. Όταν «καθαρίζεται» μια αίθουσα από τον προσκεκλημένο της Ισραηλιτικής Κοινότητας στο όνομα της «ηρεμίας», αυτό συνιστά μια σύγχρονη, αστική μορφή αντισημιτισμού. Όχι κραυγαλέα, όχι με σύμβολα μίσους, αλλά με διαδικασίες, επιτροπές και γλώσσα ευπρέπειας. Με το υπόγειο μήνυμα ότι οι Εβραίοι μπορούν να τιμούν τους νεκρούς τους, αρκεί να το κάνουν σύμφωνα με τους όρους τρίτων. Πρόκειται για θεσμικό βέτο πάνω στην εβραϊκή μνήμη, όχι απλώς για φίμωση ενός αρθρογράφου.
Οι επίσημες ανακοινώσεις μιλούν για «αντιρρήσεις ως προς το πρόσωπο» και για ανάγκη «ήρεμης και αξιοπρεπούς» διεξαγωγής, παρουσιάζοντας την αποδοχή της εισήγησης ως πράξη συναίνεσης. Αυτή ακριβώς είναι η λογική του εκβιασμού χωρίς γροθιές: δεν χρειάζεται να ασκηθεί βία, αρκεί να αιωρείται ως ενδεχόμενο. Και η υποχώρηση βαφτίζεται ευθύνη.
Ο φιλελεύθερος κανόνας είναι στοιχειώδης: να κυριαρχούν οι νόμοι και οι θεσμοί, όχι οι διαθέσεις και οι απειλές. Αν μια Πολιτεία αδυνατεί να εγγυηθεί την τάξη απέναντι σε πιέσεις, ομολογεί αδυναμία. Αν μπορεί αλλά επιλέγει να μην το κάνει, ομολογεί συνενοχή. Και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: περισσότερη λογοκρισία, περισσότερη δειλία, λιγότερη δημοκρατία.





