Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΕΔΗ
Στη σύγχρονη πολιτική ανάλυση, η έννοια του «πολιτικού συμβολισμού» δεν αποτελεί απλώς εργαλείο επικοινωνίας, αλλά κρίσιμο μηχανισμό νομιμοποίησης της εξουσίας και συγκρότησης σχέσης εμπιστοσύνης με την κοινωνία. Υπό αυτό το πρίσμα, η πρόσφατη παρουσία του Περιφερειάρχη Θεσσαλίας Δημήτρης Κουρέτας στη Χρυσομηλιά Καλαμπάκας, ανήμερα της 25ης Μαρτίου, δεν μπορεί να αναγνωστεί ως μια τυπική εθιμοτυπική εμφάνιση.
Αντιθέτως, εντάσσεται σε μια στρατηγική πολιτικής πρακτικής που επιχειρεί να επανανοηματοδοτήσει τον ρόλο της περιφερειακής διοίκησης, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από το διοικητικό γραφείο στο πεδίο της κοινωνίας. Η επιλογή ενός ορεινού, δημογραφικά ευαίσθητου οικισμού – με έντονα χαρακτηριστικά τοπικής συνοχής και παραγωγικής δραστηριότητας – λειτουργεί ως συμβολική ανάδειξη της «περιφερειακής Ελλάδας» ως προτεραιότητας δημόσιας πολιτικής.
Στην πολιτική επιστήμη, τέτοιου τύπου κινήσεις περιγράφονται ως «ενσωματωτικοί συμβολισμοί», δηλαδή ενέργειες που επιδιώκουν να ενισχύσουν την κοινωνική συνοχή και την αίσθηση ισότιμης συμμετοχής στο πολιτικό σύστημα. Όταν, όμως, αυτοί οι συμβολισμοί συνοδεύονται από συγκεκριμένες παρεμβάσεις – όπως η δέσμευση για συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση της κοινότητας – τότε παύουν να είναι απλώς σημειολογικοί και αποκτούν χαρακτήρα υλοποιήσιμης πολιτικής.
Ακριβώς εδώ εντοπίζεται η διαφοροποίηση του Κουρέτα από το κυρίαρχο πολιτικό υπόδειγμα. Σε μια περίοδο όπου η πολιτική συχνά εξαντλείται σε επίπεδο παραπολιτικών ισορροπιών, επικοινωνιακής διαχείρισης και βραχυπρόθεσμων εντυπώσεων, η συγκεκριμένη προσέγγιση προτάσσει μια μορφή «λειτουργικής πολιτικής»: δηλαδή πολιτικής που συνδέει άμεσα τον συμβολισμό με την πρακτική επίλυση προβλημάτων.
Η επιλογή επαναλαμβανόμενων επισκέψεων σε απομακρυσμένες κοινότητες, ειδικά σε συμβολικές ημερομηνίες, συγκροτεί ένα συνεκτικό αφήγημα: ότι η περιφέρεια δεν αποτελεί διοικητική περιφέρεια μόνο γεωγραφικά, αλλά και πολιτικά. Ότι η αποκέντρωση δεν είναι απλώς θεσμική έννοια, αλλά καθημερινή πρακτική παρουσίας και παρέμβασης.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Δημήτρης Κουρέτας φαίνεται να εκφράζει μια σπανιότερη εκδοχή πολιτικού υποκειμένου: εκείνου που αντλεί νομιμοποίηση όχι από τη διαμεσολάβηση του επικοινωνιακού μηχανισμού, αλλά από την άμεση κοινωνική αναφορά. Πρόκειται για μια μορφή «ενσώματης πολιτικής» όπου η φυσική παρουσία στον χώρο και η διαπροσωπική επαφή λειτουργούν ως καταλύτες πολιτικής εμπιστοσύνης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζει ο πολιτικός υπολογισμός. Αντιθέτως, υποδηλώνει έναν διαφορετικό τύπο πολιτικής ορθολογικότητας: εκείνον που αντιλαμβάνεται ότι η βιωσιμότητα της διακυβέρνησης στην περιφέρεια εξαρτάται από την πραγματική ένταξη των τοπικών κοινωνιών στον σχεδιασμό και την υλοποίηση πολιτικών.
Σε μια συγκυρία όπου η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς παραμένει υψηλή, τέτοιου είδους πρακτικές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Δεν ανατρέπουν από μόνες τους τις δομικές αδυναμίες του συστήματος, αλλά συμβάλλουν στη σταδιακή αποκατάσταση μιας κρίσιμης σχέσης: αυτής μεταξύ πολιτικής εξουσίας και κοινωνίας.
Και ακριβώς γι’ αυτό, η περίπτωση Κουρέτα αποκτά ενδιαφέρον. Όχι ως εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, αλλά ως ένδειξη ότι υπάρχει ακόμη χώρος για μια πολιτική που δεν εγκλωβίζεται στο παρασκήνιο, αλλά επενδύει στη θεσμική ουσία.
Μια πολιτική λιγότερο θορυβώδης, αλλά περισσότερο λειτουργική. Και, για τη Θεσσαλία, ουσιαστικά αναγκαία.





