Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας Mentor – L&B Coach
Υπάρχουν μέρες που ο άνθρωπος δεν νιώθει μόνο κουρασμένος. Νιώθει στριμωγμένος. Σαν να έχει μαζευτεί όλη του η ζωή σε ένα σημείο που πιέζει. Ένα τηλέφωνο που περιμένει, ένας λογαριασμός που τον βαραίνει, μια ένταση στο σπίτι, μια δουλειά που τον έχει στενέψει, μια σκέψη που γυρίζει ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο. Και όσο περνά η ώρα, δεν βλέπει πια όλη τη μέρα. Βλέπει μόνο αυτό.
Κάπως έτσι καθόταν κι ο Σπύρος στο τραπέζι της κουζίνας ένα απόγευμα. Το φως έξω είχε αρχίσει να πέφτει, το ποτήρι με το νερό ήταν σχεδόν ανέγγιχτο, και το κινητό του βρισκόταν δίπλα του με την οθόνη σβηστή. Δεν είχε συμβεί κάτι ξαφνικό εκείνη τη μέρα. Είχαν απλώς μαζευτεί πολλά. Και όταν μαζεύονται πολλά, δεν βαραίνει μόνο η πραγματικότητα. Βαραίνει και ο τρόπος που τη βλέπεις.
Εκείνη την ώρα ο άνθρωπος δεν σκέφτεται πάντα λογικά. Δεν λέει μέσα του «περνάω μια δύσκολη φάση». Λέει κάτι πιο απόλυτο, έστω και σιωπηλά. «Δεν υπάρχει χώρος». «Δεν υπάρχει έξοδος». «Έτσι θα είναι τώρα». Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβει, το παρόν απλώνεται μέσα του περισσότερο απ’ όσο του αναλογεί. Γίνεται όλο το κάδρο.
Αυτό κάνει η απώλεια προοπτικής. Δεν μεγαλώνει μόνο τη δυσκολία. Μικραίνει τον ορίζοντα. Κάνει το σήμερα να μοιάζει τελικό. Σαν να μην υπάρχει μετά. Σαν αυτό που συμβαίνει τώρα να έχει ήδη αποφασίσει για όσα έρχονται.
Κι όμως, πολλές φορές, δεν χρειάζεται να αλλάξουν όλα για να αλλάξει κάτι μέσα στον άνθρωπο. Αρκεί ένα μικρό άνοιγμα. Όχι λύση ολόκληρη. Όχι θαύμα. Ένα άνοιγμα.
Μπορεί να είναι μια κουβέντα που ακούει από κάποιον και τον ξεσφίγγει λίγο. Μπορεί να είναι μια σκέψη που περνά ήσυχα από μέσα του: «Δεν θα είναι για πάντα έτσι». Μπορεί να είναι μια μικρή υπενθύμιση ότι αυτό που τον πιέζει τώρα είναι αληθινό, αλλά δεν είναι όλη του η ζωή. Κι αυτή η μικρή μετατόπιση, όσο απλή κι αν φαίνεται, αλλάζει τον εσωτερικό τόνο.
Ο άνθρωπος δεν νιώθει ξαφνικά χαρούμενος. Δεν ελαφραίνουν μαγικά όλα. Παίρνει όμως λίγο αέρα. Σαν να ανοίγει για λίγο ένα παράθυρο σε δωμάτιο κλειστό. Σαν να μη φεύγει ακόμη το βάρος, αλλά να μη γεμίζει πια μόνο αυτό όλο τον χώρο.
Ο Σπύρος έμεινε για λίγο ακίνητος. Μετά σήκωσε το βλέμμα του προς το παράθυρο. Ο δρόμος έξω ήταν ο ίδιος, τα προβλήματά του ήταν τα ίδια, το κινητό δίπλα του παρέμενε σιωπηλό. Κι όμως, κάτι είχε αλλάξει ανεπαίσθητα. Δεν ένιωθε ότι λύθηκαν όλα. Ένιωθε ότι δεν ήταν όλα αυτό. Κι αυτό ήταν αρκετό για εκείνη τη στιγμή.
Ίσως αυτό να είναι τελικά το πρώτο σημάδι ότι ο ορίζοντας επιστρέφει. Όχι ότι ο άνθρωπος παύει να πονά, αλλά ότι σταματά να φυλακίζεται ολόκληρος μέσα σε αυτό που τον πονά. Ότι μπορεί να δει το επόμενο βήμα, χωρίς να απαιτεί από τον εαυτό του να δει ολόκληρη τη διαδρομή. Ότι θυμάται πως μια δύσκολη εβδομάδα δεν είναι όλη του η ζωή. Ότι αφήνει μέσα του λίγο χώρο για την πιθανότητα πως κάτι μπορεί να αλλάξει, ακόμη κι αν σήμερα δεν ξέρει ακόμη πώς.
Καμιά φορά αυτό φαίνεται σε πολύ απλά πράγματα. Στο ότι σηκώνεται και βάζει ένα ποτήρι νερό. Στο ότι ανοίγει το παράθυρο. Στο ότι απαντά σε ένα μήνυμα που απέφευγε. Στο ότι λέει μέσα του «όχι σήμερα, αλλά ίσως πιο πέρα». Στο ότι δεν αφήνει την παρούσα πίεση να πάρει μέσα του τη μορφή αιωνιότητας.
Γιατί όταν επιστρέφει η προοπτική, δεν αλλάζει μόνο η σκέψη. Αλλάζει και το σώμα. Λίγο χαλαρώνουν οι ώμοι. Λίγο μαλακώνει η αναπνοή. Λίγο ησυχάζει ο πανικός. Ο άνθρωπος δεν βλέπει απαραίτητα τη λύση, αλλά παύει να νιώθει πως στέκεται μπροστά σε έναν τοίχο χωρίς καμία ρωγμή.
Και τότε το αύριο δεν έρχεται σαν μεγάλος θρίαμβος. Έρχεται σαν μια μικρή, ήσυχη υπόσχεση ότι υπάρχει και πιο πέρα από αυτό που συμβαίνει τώρα.
Ίσως γι’ αυτό μερικές φορές το πιο σημαντικό δεν είναι να αλλάξει αμέσως η πραγματικότητα. Είναι να αλλάξει λίγο το φως με το οποίο την κοιτάζει ο άνθρωπος.
Να μη βλέπει μόνο το στενό σημείο που τον πονά. Να θυμάται ότι υπάρχει και ουρανός πάνω από αυτό.
Κι εκεί, μέσα σε αυτή τη μικρή εσωτερική ανακούφιση, αρχίζει να επιστρέφει κάτι πολύτιμο.
Όχι η βεβαιότητα.
Ο ορίζοντας.





