ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Όταν τα όνειρα δείχνουν τον δρόμο

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας Mentor – L&B Coach

Για πολύ καιρό η Μπέττυ δεν σχεδίαζε τίποτα. Όχι επειδή δεν είχε κάποτε επιθυμίες. Όχι επειδή δεν είχε φανταστεί αλλιώς τη ζωή της. Αλλά γιατί κάπου στη διαδρομή είχε κουραστεί τόσο, που σταμάτησε να κοιτάζει πιο πέρα. Οι μέρες της είχαν γίνει μικρές και πρακτικές. Δουλειά, υποχρεώσεις, λίγη κούραση παραπάνω κάθε βράδυ, και το πρωί πάλι από την αρχή. Όταν τη ρωτούσαν τι θέλει για μετά, άλλαζε κουβέντα. Δεν ήταν ότι δεν ήθελε τίποτα. Ήταν ότι είχε πάψει να περιμένει κάτι από μέσα της.

Ένα βράδυ καθόταν στην άκρη του καναπέ, με το φως του σαλονιού χαμηλό και την τηλεόραση ανοιχτή χωρίς να την παρακολουθεί στ’ αλήθεια. Το κινητό στο τραπεζάκι, ένα ποτήρι νερό μισογεμάτο, το σπίτι ήσυχο. Εκείνη την ώρα κατάλαβε κάτι που την τρόμαξε λίγο: δεν ήταν μόνο κουρασμένη. Ήταν σαν να είχε βγει από τη ζωή της το μετά. Σαν να ζούσε μόνο μέσα σε αυτά που έπρεπε να αντέξει σήμερα.

Δεν έγινε ξαφνικά έτσι. Δεν ξυπνά ο άνθρωπος μια μέρα και λέει «από σήμερα δεν ονειρεύομαι». Γίνεται πιο αθόρυβα. Σταματά πρώτα να φαντάζεται κάτι δικό του. Μετά σταματά να σχεδιάζει. Μετά αρχίζει να μιλά για τη ζωή του μόνο με λέξεις πρακτικές: να βγει η εβδομάδα, να περάσει κι αυτό, να αντέξω λίγο ακόμη. Και χωρίς να το καταλάβει, η ζωή του δεν έχει πια πολύ μέλλον μέσα της. Έχει κυρίως παρόν. Και μάλιστα παρόν στενό.

Η Μπέττυ το κατάλαβε λίγο λίγο, όταν άρχισε να βλέπει ότι δεν υπήρχε τίποτα μέσα της που να τη ζεσταίνει. Τίποτα που να της ανοίγει λίγο χώρο. Τίποτα που να της λέει ότι αξίζει να πάει προς τα κάπου. Κι έπειτα, σχεδόν ανεπαίσθητα, ήρθε μια σκέψη.

Όχι κάτι μεγάλο.

Όχι κάποιο εντυπωσιακό σχέδιο.

Μόνο μια μικρή επιθυμία: να φτιάξει ξανά εκείνη τη γωνιά του σπιτιού της που είχε αφήσει παρατημένη μήνες. Να την κάνει όπως την είχε κάποτε φανταστεί. Με ένα γραφείο, λίγο φως, λίγη ησυχία, έναν χώρο που να της θυμίζει ότι δεν είναι μόνο άνθρωπος των υποχρεώσεων, αλλά και άνθρωπος που θέλει ακόμη να δημιουργεί.

Ήταν μικρό. Σχεδόν ασήμαντο, αν το έλεγες γρήγορα.

Κι όμως, εκεί άρχισε να αλλάζει κάτι.

Γιατί πολλές φορές δεν είναι ένα μεγάλο όνειρο που ξαναδίνει εσωτερική κίνηση. Είναι ένα μικρό, αληθινό όνειρο. Κάτι που δεν σε βγάζει έξω από τη ζωή σου, αλλά σε βάζει πιο βαθιά μέσα της. Κάτι που δεν λειτουργεί σαν φυγή, αλλά σαν υπενθύμιση ότι υπάρχει ακόμη κάτι που θέλεις να κρατήσεις ζωντανό.

Από εκεί και πέρα δεν έγιναν όλα μαγικά. Δεν λύθηκαν τα προβλήματα. Δεν ελάφρυνε απότομα η ζωή. Η Μπέττυ όμως άρχισε να κινείται αλλιώς. Μια μέρα μέτρησε λίγο τον χώρο. Μια άλλη κοίταξε κάτι μικρό που θα χρειαζόταν. Μετά ξεκαθάρισε ένα ράφι. Δεν ήταν εντυπωσιακά βήματα. Ήταν όμως βήματα. Και κάθε μικρό βήμα έλεγε μέσα της κάτι πολύ ουσιαστικό: δεν έμεινα μόνο στο μακάρι.

Ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται όλη η διαφορά.

Στο πέρασμα από το «μακάρι» στο «προχωρώ».

Το «μακάρι» είναι ανθρώπινο. Το έχουμε όλοι ανάγκη κάποιες στιγμές. Αλλά όταν μένει μόνο του, εύκολα γίνεται αχνή επιθυμία. Κάτι που ζει για λίγο μέσα στο μυαλό και μετά χάνεται πάλι μέσα στην κούραση. Το «προχωρώ» είναι κάτι άλλο. Δεν σημαίνει ότι είμαι βέβαιος. Δεν σημαίνει ότι τα έχω βρει όλα. Σημαίνει ότι δίνω στο όνειρο μια μικρή θέση μέσα στην πραγματικότητα. Το αφήνω να αποκτήσει βήμα. Να πάρει λίγο χώρο. Να γίνει κατεύθυνση.

Κι εκεί ακριβώς αλλάζει ο εσωτερικός τόνος.

Ο άνθρωπος δεν νιώθει πια μόνο ότι αντέχει. Νιώθει ότι συμμετέχει ξανά στη ζωή του. Ότι δεν στέκεται απλώς για να περάσουν οι μέρες, αλλά πως κάτι μέσα του ξαναβρίσκει λόγο να κινηθεί. Κι αυτό δεν είναι μικρό. Είναι βαθιά μορφή ελπίδας.

Γιατί τα όνειρα δεν υπάρχουν μόνο για να μας πηγαίνουν κάπου. Υπάρχουν και για να μην κλείνει μέσα μας ο δρόμος προς το αύριο. Για να θυμίζουν στην ψυχή ότι δεν είναι φτιαγμένη μόνο για να επιβιώνει, αλλά και για να κατευθύνεται.

Λίγες μέρες μετά, η Μπέττυ στάθηκε για λίγο στη γωνιά που είχε αρχίσει να αλλάζει. Δεν είχε ολοκληρωθεί τίποτα. Το δωμάτιο δεν ήταν ακόμη όπως το είχε φανταστεί. Κι όμως, για πρώτη φορά μετά από καιρό, δεν ένιωθε ότι ζούσε μόνο μέσα σε όσα την βάραιναν. Ένιωθε πως κάτι μέσα της είχε ξαναπιάσει νήμα.

Όχι τελειότητα.

Όχι βεβαιότητα.

Κατεύθυνση.

Και πολλές φορές αυτό αρκεί για να ξαναμπεί ο άνθρωπος στη ζωή του λίγο πιο ζωντανά.