Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας | Mentor – L&B Coach
Ο Κώστας ήταν στα μέσα της δεκαετίας των σαράντα όταν αποφάσισε να αδειάσει το γραφείο του. Όχι το φυσικό — το ψηφιακό. Εκατόν είκοσι ανεπεξέργαστα email, τριάντα έξι εφαρμογές στο κινητό, δεκαεπτά αναγνωσμένες ειδοποιήσεις που δεν είχε χρόνο να αντιμετωπίσει. Δεν ήταν αλόγιστος άνθρωπος. Ήταν απλώς ένας άνθρωπος που είχε πει «ναι» πολύ συχνά, σε πολύ πολλά πράγματα, και κάποια στιγμή δεν θυμόταν πια γιατί.
Άρχισε ένα Σάββατο πρωί. Χωρίς σχέδιο, χωρίς αντίστροφη μέτρηση. Ξεκίνησε από τα email — διέγραψε ό,τι δεν θα διάβαζε ποτέ. Μετά οι εφαρμογές — έσβησε ό,τι δεν θυμόταν πότε τελευταία είχε ανοίξει. Μετά οι ειδοποιήσεις — σβήστε, μία μία, σχεδόν όλες.
Όταν τελείωσε, το κινητό έμοιαζε αδειανό. Κάθισε για λίγο και κοίταξε την οθόνη. Το πρώτο πράγμα που ένιωσε δεν ήταν ανακούφιση. Ήταν μια περίεργη ανησυχία — σαν να του έλειπε κάτι, σαν να είχε χάσει κάποιο σύνδεσμο. Σαν να υπήρχε πιθανότητα να χάσει κάτι σημαντικό.
Έμεινε εκεί με αυτό το συναίσθημα για λίγο, χωρίς να κάνει τίποτα. Και σιγά σιγά, η ανησυχία άρχισε να φεύγει. Δεν πήγε αμέσως — πήρε ώρα. Αλλά πήγε. Και στη θέση της ήρθε κάτι πιο ήσυχο.
Ο Ηλίας άφησε τα ακουστικά στο σπίτι μία μέρα που ξέχασε να τα πάρει. Δεν γύρισε πίσω. Βάδισε στο δρόμο για τη δουλειά — δώδεκα λεπτά — χωρίς μουσική, χωρίς podcast, χωρίς τίποτα. Άκουσε τα πατήματά του στο πεζοδρόμιο. Άκουσε μια συνομιλία που έγινε δίπλα του και τελείωσε πριν προλάβει να καταλάβει αν ήταν αστεία. Άκουσε μια γάτα κάπου σε αυλή.
Έφτασε στη δουλειά με κάτι διαφορετικό. Δεν ήξερε πώς να το ονομάσει. Ίσως ηρεμία. Ίσως απλώς η αίσθηση ότι είχε διανύσει αυτά τα δώδεκα λεπτά χωρίς να τα χάσει.
Από τότε, αφήνει τα ακουστικά στο σπίτι δύο φορές την εβδομάδα. Δεν το έχει πει σε κανέναν. Το κρατά για τον εαυτό του, σαν μικρή συνθήκη με τη μέρα.
Η Φωτεινή είχε πει «ναι» σε μια επιτροπή του συλλόγου γονέων δύο χρόνια πριν — γιατί ζήτησε η δασκάλα και ένιωσε ότι δεν μπορεί να αρνηθεί. Κάθε Τρίτη βράδυ, μετά τη δουλειά και τα παιδιά, κάθονταν σε μια συνεδρίαση που τις περισσότερες φορές ήταν αδιέξοδη.
Τον Σεπτέμβριο, αντί να ανανεώσει, είπε «όχι». Ευγενικά, χωρίς δικαιολογία. Αρκέστηκε στο «δεν μπορώ να συνεχίσω τη φετινή χρονιά».
Την επόμενη Τρίτη δεν πήγε. Κάθισε στο σαλόνι, μόνη της, για μισή ώρα. Δεν έκανε τίποτα χρήσιμο. Διάβασε λίγο, σκέφτηκε λίγο, ξέχασε να ελέγξει το τηλέφωνό της. Και ένιωσε κάτι που δεν μπορούσε να ονομάσει αμέσως, αλλά ήξερε ότι ήθελε να το ξαναζήσει.
Ο Κώστας, ο Ηλίας, η Φωτεινή δεν έκαναν κάτι δραματικό. Δεν άλλαξαν ζωή. Αφαίρεσαν κάτι μικρό — και άφησαν το χώρο που μένει να υπάρχει, χωρίς να τον γεμίσουν αμέσως με κάτι άλλο. Αυτό ακριβώς είναι το δύσκολο κομμάτι — όχι η αφαίρεση, αλλά το να αντέξεις τον χώρο που μένει αρκετά ώρες ώστε να δεις τι υπάρχει κάτω από τον θόρυβο.
Η απλότητα δεν φέρνει πάντα άμεση ανακούφιση. Φέρνει πρώτα μια ιδιαίτερη ανησυχία — σαν να σου λείπει κάτι. Αυτή η ανησυχία είναι πληροφορία: σου δείχνει τι λειτουργούσε ως καταφύγιο αυτό που έφυγε. Και αν μπορέσεις να μείνεις εκεί, χωρίς να βιαστείς να γεμίσεις τον χώρο πάλι, σιγά σιγά εμφανίζεται κάτι άλλο.
Δεν είναι χαρά με τον τρόπο που τη φαντάζεσαι. Είναι πιο ήσυχο. Σαφήνεια. Η αίσθηση ότι αυτό που έχεις γύρω σου — αυτό που απομένει — το έχεις επιλέξει.
Ο Κώστας έχει ακόμα πολλά email. Η ζωή δεν αδειάζει με ένα Σάββατο πρωί. Αλλά εκείνο το πρωί κάτι άλλαξε στον τρόπο που σχετίζεται με αυτά. Δεν νιώθει πια ότι τα κουβαλά. Νιώθει ότι τα διαχειρίζεται. Η διαφορά είναι μικρή στα λόγια. Στο σώμα είναι τεράστια.
Ένα δωμάτιο με λίγα πράγματα και πολύ φως.
Αυτή είναι η εικόνα που θυμούνται οι περισσότεροι όταν λένε «ένιωσα ελεύθερος». Δεν ήταν κενό. Ήταν χώρος.
«Η απλότητα δεν είναι έλλειψη· είναι το θάρρος να κρατάς μόνο ό,τι έχει αξία.»





