Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας Mentor – L&B Coach
Την πρώτη μέρα το έκανε σχεδόν από πείσμα. Ξύπνησε, έβαλε τα παπούτσια της και βγήκε να περπατήσει για δεκαπέντε λεπτά πριν αρχίσει η υπόλοιπη μέρα. Δεν είχε κάποιο μεγάλο σχέδιο. Δεν είπε ότι αλλάζει ζωή. Ούτε ότι ξεκινά πρόγραμμα. Είχε απλώς κουραστεί να νιώθει πως ξυπνά και μπαίνει κατευθείαν σε μια μέρα που την προλαβαίνει πριν καν σταθεί μέσα της. Έτσι βγήκε έξω, λίγο αμήχανα στην αρχή, με τον δρόμο ακόμα ήσυχο και τον αέρα πιο κρύο απ’ όσο περίμενε. Περπάτησε χωρίς μουσική, χωρίς τηλέφωνο, χωρίς σκοπό. Και όταν γύρισε σπίτι, δεν είχε λυθεί κάτι θεαματικά. Όμως ένιωσε κάτι που της είχε λείψει και δεν το ήξερε. Σαν να είχε ξυπνήσει όχι μόνο το σώμα της, αλλά και ένα κομμάτι του εαυτού της που είχε μείνει πίσω.
Αυτό είναι ίσως το πιο παράξενο με την κίνηση. Δεν κάνει πάντα θόρυβο. Δεν έρχεται πάντα σαν μεγάλη απόφαση. Μερικές φορές μπαίνει σιωπηλά στη ζωή του ανθρώπου και τον επαναφέρει χωρίς να του εξηγήσει πολλά. Γι’ αυτό και αρκετοί αργούν να καταλάβουν τι είναι αυτό που τους λείπει. Νομίζουν ότι χρειάζονται περισσότερο ύπνο, περισσότερη διάθεση, περισσότερο χρόνο, ενώ καμιά φορά χρειάζονται απλώς ένα σώμα που να ξαναμπαίνει σε ροή. Όχι για να πετύχει κάτι. Για να θυμηθεί ότι είναι ζωντανό.
Ένας άνδρας που ξέρω έχει τη δική του εκδοχή αυτού του πράγματος. Όταν κάτι τον βαραίνει πολύ, δεν κάθεται να το παλεύει αμέσως στο κεφάλι του. Φοράει το μπουφάν του και πηγαίνει στο πάρκο. Δεν κάνει μεγάλη διαδρομή. Μισή ώρα το πολύ. Στην αρχή περπατά όπως περπατάει κανείς όταν έχει κάτι μέσα του σφιγμένο. Γρήγορα, λίγο απότομα, σαν να προσπαθεί να προλάβει μια σκέψη. Μετά, σιγά σιγά, χαλαρώνει. Δεν βρίσκει πάντα λύσεις εκεί. Αλλά πολλές φορές γυρίζει με τα πράγματα λιγότερο μπερδεμένα. Σαν το περπάτημα να έβαλε μια σειρά εκεί που πριν όλα ήταν μαζεμένα σε κόμπο. Και ίσως αυτό να είναι κιόλας μια λύση, έστω η πρώτη: όχι να απαντηθούν όλα, αλλά να μπορείς να τα δεις χωρίς να σε πλακώνουν.
Κάτι παρόμοιο ανακάλυψε και μια μαθήτρια, μόνο που στη δική της περίπτωση η κίνηση δεν ήρθε ως περπάτημα αλλά ως χορός. Για καιρό έλεγε ότι απλώς της αρέσει. Ότι είναι το χόμπι της, το ευχάριστο κομμάτι της εβδομάδας. Μέχρι που μια περίοδος πιο πιεστική, με διάβασμα, ένταση και εσωτερικό σφίξιμο, την έκανε να δει το πράγμα αλλιώς. Υπήρχαν μέρες που πήγαινε στο μάθημα κουρασμένη, κλειστή, σχεδόν χωρίς διάθεση. Και όμως, λίγα λεπτά μετά, σαν κάτι να άνοιγε. Όχι επειδή εξαφανιζόταν η πίεση, αλλά επειδή το σώμα της έβρισκε έναν τρόπο να ανασάνει. Τότε κατάλαβε πως αυτό που έκανε δεν ήταν απλώς μια δραστηριότητα που της άρεσε. Ήταν ο τρόπος που ο οργανισμός της ξαναέβρισκε χώρο. Ο τρόπος που έβγαινε από τη συσσώρευση και επέστρεφε λίγο πιο κοντά στον εαυτό της.
Κάπου εκεί αρχίζει να το καταλαβαίνει κανείς λίγο πιο καθαρά. Ότι το σώμα ξέρει πότε έχουμε μείνει ακίνητοι πολύ. Ξέρει πότε μέσα μας έχει μαζευτεί ένταση. Ξέρει πότε κάτι χρειάζεται να κυκλοφορήσει αντί να μείνει στάσιμο. Και όταν του δίνεται λόγος να κινηθεί, συχνά απαντά αμέσως. Όχι με θεωρία. Με εκείνη τη μικρή, ήσυχη αλλαγή που νιώθει ο άνθρωπος όταν το βλέμμα καθαρίζει λίγο, όταν η αναπνοή βαθαίνει, όταν ο νους δεν είναι πια τόσο σφιγμένος.
Γι’ αυτό και η κίνηση δεν είναι πάντα “γυμναστική”. Μπορεί να είναι ένα πρωινό περπάτημα. Μπορεί να είναι μια βόλτα στο πάρκο όταν δεν ξέρεις τι να κάνεις με αυτά που σε βαραίνουν. Μπορεί να είναι ένας χορός που δεν είναι τελικά χόμπι αλλά μια μορφή αναπνοής. Η μορφή αλλάζει. Το μήνυμα όμως μένει ίδιο: το σώμα ξέρει πώς να μας επαναφέρει — αρκεί να του δώσουμε λόγο να κινηθεί.
Και ίσως κάπου εκεί, πάνω σε ένα πεζοδρόμιο πρωινής ώρας, με τον ήλιο να μην έχει ανέβει ακόμα πολύ και τα βήματα να ακούγονται λίγο πιο καθαρά μέσα στη σιωπή, να ξεκινά κάτι μικρό αλλά αληθινό. Όχι μια εντυπωσιακή αλλαγή. Μια επιστροφή.
Όταν το σώμα κινείται, η ψυχή χαμογελά.





