ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Όταν η φύση μάς θυμίζει να αναπνέουμε

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας Mentor – L&B Coach

Κάθισε δίπλα στο ποτάμι χωρίς να το έχει προγραμματίσει ακριβώς έτσι. Είχε βγει για λίγο έξω, περισσότερο από κούραση παρά από όρεξη, και βρέθηκε να κάθεται σε μια πέτρα με το νερό να περνά μπροστά του χωρίς να του ζητά τίποτα. Στην αρχή έκανε αυτό που κάνει πάντα. Σκέφτηκε τη δουλειά που τον περίμενε, ένα τηλέφωνο που δεν είχε κάνει, κάτι μικρές εκκρεμότητες που γύριζαν στο κεφάλι του από το πρωί. Μετά, χωρίς να το καταλάβει καλά, οι σκέψεις άρχισαν να αραιώνουν. Όχι επειδή λύθηκαν. Όχι επειδή βρήκε απάντηση. Απλώς για πρώτη φορά μετά από καιρό, κάθισε κάπου και δεν σκεφτόταν τίποτα συγκεκριμένο. Άκουγε μόνο το νερό. Κοίταζε λίγο πιο πέρα το φως να σπάει στην επιφάνεια. Και μέσα σε εκείνη τη σιωπηλή στιγμή, δεν έγινε άλλος άνθρωπος. Έγινε όμως λίγο πιο ήσυχος.

Ίσως αυτό να είναι τελικά που λείπει πιο πολύ από τους περισσότερους ανθρώπους. Όχι απαραίτητα περισσότερη ξεκούραση, ούτε κάποια μεγάλη αλλαγή. Αλλά μια στιγμή χωρίς απαίτηση. Ένα μικρό διάστημα όπου τίποτα δεν τους τραβά από το μανίκι. Η φύση το κάνει αυτό με έναν τρόπο σχεδόν αόρατο. Δεν σε διορθώνει. Δεν σε συμβουλεύει. Δεν προσπαθεί να σε πείσει για κάτι. Απλώς μειώνει τον θόρυβο. Και όταν ο θόρυβος πέφτει, ο άνθρωπος αρχίζει να ακούει ξανά λίγο καλύτερα τον εαυτό του.

Μια γυναίκα που ξέρω το κατάλαβε μέσα στο γραφείο της. Δεν είχε χρόνο για βόλτες, ούτε ιδιαίτερη σχέση με φυτά. Κάποια στιγμή όμως έβαλε ένα μικρό πράσινο φυτό δίπλα στην οθόνη της, περισσότερο για να μη φαίνεται τόσο άδειος ο χώρος. Δεν περίμενε να αλλάξει κάτι. Κι όμως, μετά από λίγο καιρό πρόσεξε κάτι πολύ απλό: όταν στρεσαριζόταν, όταν το βλέμμα της σκληραίνει από την ένταση και οι ώμοι της ανέβαιναν χωρίς να το καταλάβει, κοιτούσε προς τα εκεί. Για λίγα δευτερόλεπτα μόνο. Σαν το μάτι της να ζητούσε από μόνο του μια μικρή έξοδο από την πίεση. Δεν της έλυσε το φυτό τη μέρα. Αλλά της έδωσε μια μικρή ρωγμή μέσα της. Ένα σημείο όπου η ένταση δεν ήταν το μοναδικό πράγμα που υπήρχε.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει κάθε πρωί και με έναν παππού που ποτίζει τον κήπο του. Δεν το έχει σκεφτεί ποτέ ως “ευεξία”. Αν του το έλεγες, μάλλον θα γελούσε. Βγαίνει έξω νωρίς, πριν ζεστάνει πολύ, πιάνει το λάστιχο, σκύβει λίγο, κοιτάζει το χώμα, στέκεται μπροστά στις γλάστρες του σαν να χαιρετάει κάτι γνώριμο. Το κάνει χρόνια. Δεν το αναλύει. Δεν το μετρά. Δεν περιμένει αποτέλεσμα. Κι όμως, υπάρχει κάτι στον τρόπο που ξεκινά τη μέρα του που μοιάζει πιο ήσυχο από των περισσότερων. Ίσως επειδή πριν μπει στις κουβέντες, στις δουλειές, στις μικρές πιέσεις της ημέρας, έχει ήδη περάσει λίγα λεπτά δίπλα σε κάτι ζωντανό που μεγαλώνει χωρίς φωνή.

Και ίσως εκεί να κρύβεται κάτι πολύ απλό και πολύ σημαντικό. Η φύση δεν χρειάζεται να είναι εντυπωσιακή για να μας βοηθήσει. Δεν χρειάζεται να είναι ταξίδι, ούτε μεγάλη απόδραση, ούτε οργανωμένη εμπειρία. Μπορεί να είναι ένα ποτάμι, ένα φυτό πάνω σε ένα γραφείο, ένας μικρός κήπος που ποτίζεται κάθε πρωί, ένα δέντρο έξω από το παράθυρο, λίγο φως που μπαίνει ήσυχα σε ένα δωμάτιο. Η δύναμή της βρίσκεται ακριβώς εκεί: στο ότι λειτουργεί χωρίς θόρυβο. Χωρίς να ζητά κάτι από εμάς. Χωρίς να κάνει επίδειξη. Και ίσως γι’ αυτό μας επαναφέρει τόσο αποτελεσματικά, χωρίς να μας πιέζει.

Ίσως τελικά γι’ αυτό η φύση να είναι η πιο αθόρυβη και ίσως η πιο αποτελεσματική μορφή ανάκτησης. Όχι επειδή κάνει θαύματα. Αλλά επειδή μας βγάζει, έστω για λίγο, από την υπερδιέγερση και μας θυμίζει έναν άλλο ρυθμό. Πιο αργό. Πιο καθαρό. Πιο ανθρώπινο. Έναν ρυθμό στον οποίο το να αναπνέεις δεν είναι απλώς βιολογία, αλλά επιστροφή.

Και ίσως κάπου εκεί, ένα πρωί που το φως περνά μέσα από το παράθυρο και απλώνεται αθόρυβα πάνω στο πάτωμα, να υπάρχει μια μικρή υπενθύμιση που δεν χρειάζεται καθόλου λόγια. Ότι μερικές φορές δεν έχουμε ανάγκη να φύγουμε μακριά. Έχουμε ανάγκη απλώς να σταθούμε λίγο πιο κοντά σε κάτι αληθινό.

Όταν η φύση μάς θυμίζει να αναπνέουμε.