Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας — Mentor / L&B Coach
Κάθε πρωί, σχεδόν την ίδια ώρα, ένας ηλικιωμένος κάθεται στο ίδιο παγκάκι της πλατείας. Δεν κάνει κάτι που να τραβά την προσοχή. Δεν διαβάζει εφημερίδα, δεν μιλά πολύ, δεν προσπαθεί να γίνει οικείος σε κανέναν. Απλώς κάθεται και κοιτάζει τον κόσμο που περνά. Στη γειτονιά τον λένε Νίκο. Οι περισσότεροι δεν ξέρουν το επίθετό του. Ξέρουν όμως το χαμόγελό του.
Δεν είναι από εκείνα τα χαμόγελα που θέλουν να κερδίσουν κάτι. Δεν έχουν ευγένεια από υποχρέωση ούτε εξωστρέφεια από συνήθεια. Είναι μικρά, ήσυχα, σχεδόν διακριτικά. Ένα χαμόγελο που μοιάζει να λέει μόνο αυτό: «Σε είδα». Κάποιοι του το ανταποδίδουν μηχανικά. Κάποιοι δεν τον προσέχουν καν. Κι όμως, όσοι έχουν σταθεί έστω και λίγο κοντά του, λένε περίπου το ίδιο πράγμα: πως κάθε φορά που τους χαμογελά, κάτι μέσα τους μαλακώνει.
Ίσως επειδή δεν είναι το χαμόγελο αυτό καθαυτό που τους αγγίζει. Είναι η αίσθηση ότι, μέσα σε μια μέρα γεμάτη βιασύνη, ένας άνθρωπος τους κοίταξε σαν να υπάρχουν πραγματικά.
Μερικές φορές αυτό είναι όλο. Όχι μια μεγάλη συζήτηση. Όχι μια εντυπωσιακή απόδειξη αγάπης. Μόνο η εμπειρία ότι, έστω για λίγα δευτερόλεπτα, δεν ήσουν αόρατος. Κι αυτό, όσο μικρό κι αν φαίνεται, αλλάζει τη θερμοκρασία μιας ολόκληρης ημέρας.
Η Ελένη πέρασε έναν από τους πιο δύσκολους χειμώνες της ζωής της. Αρρώστια, αβεβαιότητα, η αίσθηση ότι τα πράγματα γλιστρούν χωρίς να μπορεί να τα κρατήσει. Έκανε όσα θα έκανε κάθε λογικός άνθρωπος. Μίλησε με ειδικό, προσπάθησε να οργανωθεί, να αντέξει, να βάλει σε σειρά ό,τι μπορούσε να μπει σε σειρά.
Αλλά εκείνο που θυμάται περισσότερο δεν είναι μια συμβουλή. Είναι μια Τρίτη βράδυ, όταν μια φίλη της ήρθε σπίτι, κάθισε δίπλα της στον καναπέ και έμεινε εκεί. Δεν είπε σχεδόν τίποτα. Δεν προσπάθησε να “φτιάξει” την κατάσταση. Δεν έδωσε λύσεις, δεν παρηγόρησε υπερβολικά, δεν γέμισε τη σιωπή με λόγια. Απλώς κάθισε.
Και καμιά φορά αυτό είναι η μεγαλύτερη μορφή φροντίδας. Ένας άνθρωπος που δεν φεύγει βιαστικά από τη δυσκολία σου. Ένας άνθρωπος που δεν τρομάζει από την αμηχανία, από τη σιωπή, από το βάρος της στιγμής. Ένας άνθρωπος που δεν ζητά να γίνεις πιο εύκολος για να μπορέσει να μείνει.
Οι αληθινές σχέσεις, τελικά, δεν μας κρατούν μόνο όταν μιλάμε. Μας κρατούν και όταν σωπαίνουμε. Όταν δεν έχουμε τίποτα εντυπωσιακό να δείξουμε. Όταν δεν είμαστε στην καλύτερή μας εκδοχή, κι όμως κάποιος δεν απομακρύνεται.
Δύο χρόνια πριν, σε μια παλιά πολυκατοικία στα Πατήσια, έπεσε το ρεύμα για ώρες. Στην αρχή άνοιξαν πόρτες από εκνευρισμό. Μετά άνοιξαν από ενδιαφέρον. Κάποιοι βγήκαν στα μπαλκόνια, ρώτησαν αν είναι όλοι καλά. Κάποιος έφτιαξε καφέ σε γκαζάκι και τον μοίρασε. Κάποιος άλλος έμαθε για πρώτη φορά ότι η κυρία Μαρία στον δεύτερο δυσκολεύεται να κατέβει σκάλες και δεν είχε προλάβει να ψωνίσει.
Την επόμενη μέρα της ανέβασαν τρόφιμα. Όχι από ηρωισμό. Όχι από κάποιο μεγάλο σχέδιο καλοσύνης. Από εκείνη τη μικρή, σχεδόν ξεχασμένη παρόρμηση που κάνει τους ανθρώπους να γίνονται κοινότητα χωρίς να το ανακοινώνουν. Η ίδια έλεγε αργότερα πως εκείνη η βραδιά ήταν από τις πιο όμορφες που θυμόταν τα τελευταία χρόνια. Όχι επειδή δεν είχε ρεύμα. Αλλά επειδή, για λίγες ώρες, δεν ήταν μόνη.
Ίσως τελικά να μην είναι οι μεγάλες αποδείξεις που μας κρατούν όρθιους. Ίσως να είναι αυτές οι μικρές, σχεδόν αθόρυβες κινήσεις που μας θυμίζουν ότι η ζωή δεν είναι υπόθεση ενός ανθρώπου μόνο. Ένα χαμόγελο στην πλατεία. Μια σιωπηλή παρουσία στον καναπέ. Μια πόρτα που ανοίγει σε μια σκοτεινή πολυκατοικία.
Δεν χρειαζόμαστε πολλούς για να αντέξουμε. Χρειαζόμαστε εκείνους που είναι αληθινοί. Εκείνους που θυμούνται το όνομά μας και το λένε σαν να σημαίνει κάτι. Εκείνους που αντιλαμβάνονται πότε έχουμε βαρύνει, ακόμη κι αν δεν το κάναμε θέμα. Εκείνους που, χωρίς θόρυβο, μας ξαναδίνουν μια θέση μέσα στον κόσμο.
Ίσως γι’ αυτό υπάρχει, στη μνήμη σχεδόν όλων μας, ένα τραπέζι. Ένα παλιό τραπέζι, οικογενειακό ή φιλικό, γύρω από το οποίο κάποτε κάθονταν άνθρωποι. Μερικοί δεν είναι πια εκεί. Κάποιες καρέκλες έχουν αδειάσει. Κι όμως, το τραπέζι μένει μέσα μας όχι σαν έπιπλο, αλλά σαν απόδειξη ότι ο άνθρωπος δυναμώνει όταν μοιράζεται χώρο, χρόνο, ζωή.
Το ερώτημα, ίσως, δεν είναι πόσοι έφυγαν.
Το ερώτημα είναι ποιους καλούμε σήμερα να καθίσουν κοντά μας.
Δεν είμαστε ολόκληροι μόνοι — γινόμαστε ολόκληροι μέσα από τους άλλους.





