Γιώργος Δεληκώστας — Mentor / L&B Coach
Η Μαρία είναι σαράντα δύο χρονών και έχει δύο παιδιά. Το μεγαλύτερο τελείωσε την τρίτη γυμνασίου τον Ιούνιο. Κάθεται ένα Σαββατόβραδο στο σαλόνι, αφού έχουν κοιμηθεί όλοι, και κοιτάζει γύρω της.
Στον καναπέ υπάρχει ακόμη μια μπλούζα πεταμένη. Στο τραπεζάκι ένα ποτήρι νερό μισογεμάτο. Από την κουζίνα έρχεται ένα χαμηλό φως, από εκείνα που μένουν αναμμένα χωρίς λόγο, μόνο και μόνο για να μη βυθιστεί τελείως το σπίτι στο σκοτάδι.
Σκέφτεται τον παιδικό σταθμό. Την πρώτη τσάντα. Τα μικρά παπούτσια στην είσοδο. Θυμάται μερικές εικόνες καθαρά. Μια γιορτή. Ένα αστείο. Μια άρρωστη νύχτα με θερμόμετρο και αγωνία. Αλλά το ενδιάμεσο;
Εννέα χρόνια που κάπου πέρασαν.
Τα ψάχνει και δεν τα βρίσκει όλα. Βρίσκει κομμάτια. Ψηφίδες. Όχι ολόκληρη εικόνα.
Και τότε της έρχεται η ερώτηση που δεν κάνει θόρυβο, αλλά κάθεται βαριά μέσα της:
«Πότε πέρασε;»
Ύστερα, πιο ήσυχα, σχεδόν ψιθυριστά:
«Πότε ήμουν εκεί;»
Δεν είναι ερώτηση ενοχής. Είναι από εκείνες τις ερωτήσεις που σε κάνουν να σταθείς λίγο πιο ήσυχα απέναντι στη ζωή σου. Από αυτές που δεν ζητούν να γυρίσεις τον χρόνο πίσω. Ζητούν μόνο να μη χάσεις και αυτό που υπάρχει τώρα.
Ο Νίκος, μηχανικός, τριάντα οκτώ χρονών, μου είχε πει κάποτε κάτι απλό. Ένα βράδυ αποφάσισε να αφήσει το τηλέφωνό του έξω από την τραπεζαρία. Όχι από κάποιο μεγάλο σχέδιο. Όχι επειδή διάβασε κάτι ή επειδή ήθελε να αλλάξει τη ζωή του.
«Απλώς κουράστηκα να κοιτάω οθόνη την ώρα που τρώγαμε», μου είπε.
Στην αρχή δεν έγινε τίποτα εντυπωσιακό. Το τραπέζι ήταν το ίδιο. Τα πιάτα ίδια. Οι κουβέντες λίγες. Μετά από μερικές μέρες, όμως, ο μικρός του άρχισε να του λέει ιστορίες από το σχολείο. Όχι απαντήσεις του τύπου «καλά» και «τίποτα». Ιστορίες. Για έναν φίλο που θύμωσε, για μια δασκάλα που γέλασε, για κάτι που του φάνηκε περίεργο στο διάλειμμα.
Ο Νίκος δεν ήξερε αν άλλαξε το παιδί ή αν άλλαξε ο ίδιος. Πιθανόν και τα δύο.
Ίσως μερικές σχέσεις να μη χρειάζονται περισσότερες ώρες. Ίσως χρειάζονται λίγη περισσότερη παρουσία μέσα στις ώρες που ήδη υπάρχουν.
Η Ζωή, δασκάλα, ξεκίνησε τον χειμώνα να κρατά ένα μικρό σημειωματάριο. Κάθε βράδυ γράφει τρία πράγματα που πρόσεξε μέσα στη μέρα. Τρία μόνο. Μικρά πράγματα.
Τη μυρωδιά του αέρα πριν βρέξει. Τον τρόπο που την κοίταξε ένας μαθητής όταν κατάλαβε κάτι. Το φως στο τελευταίο παράθυρο του σχολείου πριν σβήσουν τα φώτα.
Δεν τα γράφει για να πείσει τον εαυτό της ότι όλα είναι καλά. Τα γράφει για να θυμάται ότι υπήρξε μέσα στη μέρα της.
«Δεν άλλαξε η ζωή μου», λέει. «Άλλαξε το φίλτρο.»
Πίσω στη Μαρία, εκείνο το Σαββατόβραδο. Δεν πήρε καμία μεγάλη απόφαση. Δεν υποσχέθηκε ότι από αύριο όλα θα είναι διαφορετικά. Δεν έκανε σχέδιο.
Απλώς πήρε το τηλέφωνο από το τραπεζάκι και το έβαλε να φορτίζει στο υπνοδωμάτιο. Μετά γύρισε στο σαλόνι και κάθισε δίπλα στον άντρα της.
Χωρίς λόγο. Χωρίς κουβέντα στην αρχή. Χωρίς να χρειάζεται να συμβεί κάτι ιδιαίτερο.
Μόνο εκεί.
Δεν χάνεις τη ζωή σου από μεγάλα γεγονότα. Τη χάνεις από μικρές στιγμές που πέρασαν χωρίς να τις ζήσεις. Και την ανακτάς με τον ίδιο τρόπο. Μια μικρή στιγμή τη φορά.
Κάπου εκείνο το βράδυ, ένα ηλιοβασίλεμα έγινε χωρίς να το φωτογραφίσει κανείς.
Κάποιοι άνθρωποι απλώς το είδαν.
Κι αυτό αρκούσε.
«Το τώρα δεν είναι στιγμή που περνά — είναι ο μόνος τόπος που μπορείς να ζήσεις.»





