Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας — Mentor / L&B Coach
Η κυρία Σοφία είναι εβδομήντα ενός χρονών, συνταξιούχος δασκάλα, και έχει μια συνήθεια που την κρατά εδώ και δεκαετίες. Κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, στέκεται για λίγο στην άκρη του κρεβατιού, αφήνει τα γυαλιά της στο κομοδίνο και λέει δυνατά μία πρόταση:
«Σήμερα πήγε καλά γιατί…»
Και συμπληρώνει.
Άλλοτε είναι κάτι μικρό. Ο ήλιος που βγήκε λίγο μετά τη βροχή. Ο εγγονός που τηλεφώνησε χωρίς να του το ζητήσει κανείς. Μια ζύμη που πέτυχε. Ένα λουλούδι στη γλάστρα που άντεξε ακόμη μια μέρα. Μια γειτόνισσα που της χτύπησε την πόρτα για να της αφήσει λίγα κουλουράκια.
Τα εγγόνια της, όταν ήταν μικρά και έμεναν στο σπίτι τα καλοκαίρια, στην αρχή γελούσαν. Τους φαινόταν περίεργο. Γιαγιαδίστικο. Κάτι ανάμεσα σε προσευχή και παιχνίδι.
Μετά άρχισαν να τη ρωτούν:
«Γιαγιά, σήμερα τι πήγε καλά;»
Και κάποια βράδια, πριν προλάβει εκείνη να απαντήσει, έλεγαν τα δικά τους. Ότι έφαγαν παγωτό. Ότι κέρδισαν στο τάβλι. Ότι η θάλασσα δεν είχε κύμα. Ότι ο παππούς τους άφησε να ποτίσουν με το λάστιχο.
Η κυρία Σοφία δεν έκανε μάθημα σε κανέναν. Δεν εξηγούσε τη χαρά. Δεν έλεγε στα παιδιά να είναι ευγνώμονα. Απλώς ζούσε με έναν τρόπο που άφηνε χώρο στο μικρό καλό της ημέρας να ακουστεί.
Και αυτό, χωρίς να το καταλάβει, μεταδόθηκε.
Τώρα ο μικρός της εγγονός, δώδεκα χρονών πια, το λέει μερικές φορές μόνος του πριν κοιμηθεί. Χωρίς να το ξέρει η γιαγιά. Χωρίς να το κάνει τελετουργία. Απλώς, κάποιες νύχτες, όταν σβήνει το φως, σκέφτεται τι πήγε καλά.
Κάπως έτσι περνούν οι στάσεις ζωής από άνθρωπο σε άνθρωπο. Όχι πάντα με συμβουλές. Συχνά με μικρές επαναλήψεις που βλέπεις, ακούς, ζεις, μέχρι που μια μέρα γίνονται και δικές σου.
Σε ένα τμήμα πωλήσεων, επτά άνθρωποι ξεκίνησαν σχεδόν αμήχανα μια μικρή συνήθεια. Ήταν πολυάσχολοι, κουρασμένοι, με στόχους που άλλαζαν κάθε τρίμηνο και με εκείνη τη μόνιμη αίσθηση ότι ό,τι κι αν γίνει, κάτι ακόμη μένει ανοιχτό.
Η team leader πρότεινε τα πρώτα πέντε λεπτά της εβδομαδιαίας σύσκεψης να ξεκινούν με την ίδια ερώτηση:
«Τι μικρό πράγμα πήγε καλά αυτή την εβδομάδα;»
Στην αρχή οι απαντήσεις ήταν τυπικές. Λίγο αδύναμες. Σχεδόν επαγγελματικές.
«Κλείσαμε ένα ραντεβού.»
«Στείλαμε την πρόταση στην ώρα της.»
«Δεν είχαμε παράπονα.»
Με τον καιρό, όμως, κάτι μαλάκωσε. Οι απαντήσεις έγιναν πιο αληθινές.
«Ο πελάτης που μας εμπιστεύτηκε ξανά.»
«Το email που έγραψα τρεις φορές και τελικά πέτυχε.»
«Ότι τελειώσαμε τη μέρα χωρίς να τσακωθούμε.»
Κανείς δεν είπε ότι άλλαξε η κουλτούρα της εταιρείας. Κανείς δεν ένιωσε ότι λύθηκαν όλα. Η πίεση υπήρχε ακόμη. Οι στόχοι επίσης. Αλλά για πέντε λεπτά, η ομάδα έβλεπε κάτι που συνήθως θα περνούσε απαρατήρητο.
Και μερικές φορές, αυτό αρκεί για να αλλάξει λίγο ο αέρας μέσα σε ένα δωμάτιο.
Ο Κώστας, σαράντα τεσσάρων χρονών, εργολάβος, δεν ήταν άνθρωπος της γιορτής. Όχι επειδή δεν χαιρόταν. Επειδή πάντα περίμενε να τελειώσει κάτι μεγαλύτερο.
«Γιορτάζω όταν κλείσει το έργο», έλεγε.
Αλλά όταν έκλεινε το έργο, υπήρχε το επόμενο. Μια εκκρεμότητα. Ένας λογαριασμός. Ένα τηλεφώνημα. Ένας πελάτης που περίμενε. Μια νέα αρχή πριν προλάβει να αναγνωρίσει το τέλος.
Μια μέρα, η γυναίκα του τον ρώτησε:
«Πότε τελείωσε κάτι και το γιόρτασες;»
Ο Κώστας έμεινε για λίγο σιωπηλός. Προσπάθησε να θυμηθεί. Δεν του ήρθε τίποτα καθαρό.
«Πάντα υπήρχε το επόμενο πράγμα», είπε.
Εκείνο το βράδυ δεν έγινε τίποτα σπουδαίο. Δεν είχαν επέτειο. Δεν είχαν γενέθλια. Δεν υπήρχε κάποια μεγάλη επιτυχία να δικαιολογεί έξοδο. Είχαν απλώς περάσει μια δύσκολη εβδομάδα και την είχαν αντέξει.
Πήγαν σε ένα μικρό μαγαζί της γειτονιάς. Παρήγγειλαν απλό φαγητό. Ήπιαν λίγο κρασί. Μίλησαν στην αρχή για πρακτικά πράγματα, όπως πάντα. Μετά η κουβέντα άνοιξε. Γέλασαν με κάτι παλιό. Κάποια στιγμή έμειναν για λίγο χωρίς να μιλούν.
Ο Κώστας λέει ακόμη ότι δεν ξέρει γιατί θυμάται τόσο καθαρά εκείνη τη βραδιά.
Ίσως επειδή δεν περίμενε τίποτα από αυτήν.
Ίσως επειδή, για μία φορά, δεν την προσπέρασε.
Οι μεγάλες χαρές σε θυμίζουν ότι ζεις. Οι μικρές σε εκπαιδεύουν να ζεις.
Η διαφορά είναι εκεί.
Ένα τραπέζι με απλό φαγητό. Ένα κερί που κάποιος άναψε χωρίς λόγο. Ένα παιδί που λέει πριν κοιμηθεί τι πήγε καλά. Μια ομάδα που σταματά για πέντε λεπτά πριν ανοίξει η επόμενη υποχρέωση.
Ούτε επέτειος. Ούτε γενέθλια. Ούτε κάτι που πρέπει να δικαιολογηθεί.
Μόνο μια μικρή απόφαση:
Σήμερα αξίζει.
«Δεν χρειάζεσαι μεγάλο λόγο για να γιορτάσεις — χρειάζεται μόνο να δεις ότι αυτό που έχεις τώρα αξίζει.»





