Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας — Mentor / L&B Coach
Ο Δρ. Παναγιώτης εργάζεται στο νοσοκομείο εδώ και δεκαέξι χρόνια. Παθολόγος. Έχει σταθεί πολλές φορές έξω από δωμάτια όπου η ατμόσφαιρα ήταν ήδη βαριά πριν ανοίξει η πόρτα.
Λέει ότι μερικές φορές το πιο δύσκολο δεν είναι μόνο αυτό που θα ειπωθεί. Είναι η αναμονή πριν ειπωθεί. Εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα που ο άνθρωπος κοιτάζει τον γιατρό και προσπαθεί να καταλάβει από το βλέμμα του αν πρέπει να φοβηθεί περισσότερο.
Ο Παναγιώτης δεν κάνει αστεία για να ελαφρύνει κάτι που δεν ελαφραίνει. Δεν αστειεύεται με τον πόνο. Δεν προσπαθεί να πείσει κανέναν ότι «όλα καλά». Ξέρει καλά ότι κάποιες στιγμές χρειάζονται σιωπή, ακρίβεια και σεβασμό.
Αλλά υπάρχουν φορές που, πριν από μια εξέταση ή όσο περιμένουν ένα αποτέλεσμα, λέει κάτι μικρό. Κάτι σχεδόν ασήμαντο. Για το μηχάνημα που κάνει πάντα τον ίδιο παράξενο θόρυβο. Για το φως που ανάβει μόνο όταν δεν το χρειάζεσαι. Για τον καφέ του νοσοκομείου που «μάλλον θέλει θάρρος, όχι ζάχαρη».
Μερικές φορές ο ασθενής γελά. Μερικές φορές χαμογελά μόνο. Μερικές φορές απλώς χαλαρώνει λίγο το πρόσωπό του.
Και αυτό, σε εκείνον τον χώρο, δεν είναι μικρό.
«Το γέλιο δεν ακυρώνει την ανησυχία», λέει. «Απλώς κάνει τον άνθρωπο λίγο λιγότερο μόνο μέσα σε αυτήν.»
Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο ήσυχες δυνάμεις του χιούμορ. Δεν αλλάζει απαραίτητα αυτό που συμβαίνει. Δεν το κάνει μικρότερο. Αλλά ανοίγει έναν μικρό χώρο αναπνοής ανάμεσα στον άνθρωπο και σε αυτό που τον βαραίνει.
Σε μια εταιρεία εκδηλώσεων, οκτώ άνθρωποι το έμαθαν με άλλον τρόπο. Μπροστά φαίνεται η λάμψη. Πίσω υπάρχουν καλώδια, κουτιά, καθυστερήσεις, αλλαγές της τελευταίας στιγμής, άνθρωποι που ψάχνουν φορτιστές, καρέκλες που λείπουν και κάποιος που πάντα ρωτάει «ποιος έχει το πρόγραμμα;».
Για χρόνια, μετά από κάθε μεγάλο project, η ομάδα έκανε απολογισμό. Τι πήγε καλά, τι δεν πήγε, τι πρέπει να διορθωθεί. Χρήσιμα όλα. Απαραίτητα. Αλλά συνήθως ξεκινούσαν κουρασμένοι και τελείωναν ακόμη πιο σφιγμένοι.
Κάποια στιγμή, σχεδόν από αστείο, κάποιος ρώτησε:
«Τι ήταν το πιο αστείο αυτή τη φορά;»
Στην αρχή γέλασαν με την ερώτηση. Μετά άρχισαν να απαντούν.
Το μικρόφωνο που άνοιξε τη λάθος στιγμή. Ο τεχνικός που έτρεχε με ένα καλώδιο σαν να κρατούσε φίδι. Η στιγμή που όλοι νόμιζαν ότι χάθηκε το κλειδί της αποθήκης και τελικά ήταν στην τσέπη του ανθρώπου που φώναζε περισσότερο.
Δεν τα έλεγαν για να μειώσουν την προσπάθεια. Ούτε για να κρύψουν τα λάθη. Τα έλεγαν για να μπορέσουν να τα κοιτάξουν χωρίς να τους καταπιεί η ένταση.
Έτσι, η ερώτηση έμεινε. Πριν από τα νούμερα, πριν από τις διορθώσεις, πριν από τα «την επόμενη φορά πρέπει», ρωτούσαν:
«Τι ήταν αστείο αυτή τη φορά;»
Και κάπως, πριν αρχίσουν τα σοβαρά, ο αέρας στο δωμάτιο άλλαζε. Οι ώμοι έπεφταν. Κάποιος έπαιρνε ανάσα. Κάποιος άλλος θυμόταν ότι η ομάδα δεν ήταν μόνο η πίεση. Ήταν και οι ιστορίες που θα έλεγαν μετά.
Ο Θανάσης είναι εβδομήντα τριών χρονών και ζει μόνος εδώ και τέσσερα χρόνια. Η γυναίκα του έφυγε νωρίς, όπως λέει. Δεν το εξηγεί πολύ. Το λέει απλά, σαν να αφήνει μια πρόταση στο τραπέζι και να μην θέλει να την πει δεύτερη φορά.
«Τον πρώτο χρόνο ήταν σκοτεινά», λέει.
Κάθε εβδομάδα μιλά με τα εγγόνια του σε βιντεοκλήση. Βάζει το tablet στο τραπέζι της κουζίνας, λίγο λοξά, γιατί ποτέ δεν το πετυχαίνει ακριβώς. Τα παιδιά εμφανίζονται στην οθόνη με μισά πρόσωπα, με φωνές που μπερδεύονται, με αστεία που συχνά δεν έχουν αρχή, μέση και τέλος.
Δεν του λένε να σκέφτεται θετικά. Δεν του κάνουν παρέα με σοβαρές κουβέντες. Του λένε ανόητα, παιδικά αστεία. Από εκείνα που ένας μεγάλος άνθρωπος κανονικά θα προσπερνούσε.
Κι όμως, ο Θανάσης γελά.
Όχι ευγενικά. Όχι για να τους κάνει το χατίρι. Γελά με εκείνο το γέλιο που ανοίγει το πρόσωπο και κάνει το σπίτι να ακούγεται αλλιώς.
«Εκεί κάπου ξεχνώ ότι είναι Πέμπτη απόγευμα και είμαι μόνος», λέει. «Για είκοσι λεπτά είμαι απλώς παππούς που γελά.»
Δεν γελάς πάντα επειδή τα πράγματα πάνε καλά. Μερικές φορές αντέχεις λίγο καλύτερα επειδή γελάς.
Και αυτό δεν είναι μικρό.
Το γέλιο δεν σβήνει τις δυσκολίες. Δεν κάνει έναν γιατρό λιγότερο προσεκτικό. Δεν κάνει μια ομάδα λιγότερο υπεύθυνη. Δεν λύνει τη μοναξιά ενός ανθρώπου. Αλλά για λίγο μαλακώνει τον χώρο γύρω από αυτό που πονάει, κουράζει ή βαραίνει.
Και μέσα σε αυτό, ο άνθρωπος ξαναβρίσκει κάτι από την ανάσα του.
Δύο άνθρωποι που κλαίνε από τα γέλια. Ένας παππούς μπροστά σε μια οθόνη. Μια ομάδα που θυμάται το λάθος της και γελά πριν το διορθώσει. Ένας ασθενής που χαμογελά για μια στιγμή μέσα σε ένα δωμάτιο που πριν ήταν μόνο φόβος.
Μέχρι να σταματήσουν. Να σκουπίσουν τα μάτια. Να ανασάνουν.
Κάτι έχει μετακινηθεί.
Ίσως όχι η ζωή ολόκληρη.
Αλλά ο τρόπος που στέκονται μέσα της.
«Το γέλιο δεν είναι διακοπή από τα σοβαρά — είναι ένας τρόπος να αντέχεις χωρίς να σκληραίνεις.»





