Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας — Mentor / L&B Coach
Στην Καλλιθέα, σε μια πολυκατοικία από τη δεκαετία του ’70, υπάρχει ένας κοινόχρηστος χώρος στο ισόγειο που για χρόνια ήταν αποθήκη. Παλιές καρέκλες, δύο τραπεζάκια, κουτιά που κανείς δεν θυμόταν σε ποιον ανήκαν, ένα παράθυρο που άνοιγε δύσκολα.
Κάποια στιγμή, η κυρία Ελένη, εξήντα επτά χρονών, ρώτησε τους διπλανούς της αν θα ήθελαν να πίνουν καφέ εκεί κάθε Κυριακή πρωί.
Δεν το οργάνωσε. Δεν έφτιαξε πρόγραμμα. Δεν έβαλε ανακοίνωση με κανόνες.
Απλώς το πρότεινε.
Την πρώτη Κυριακή ήρθαν τρεις άνθρωποι. Κάποιος έφερε ελληνικό καφέ σε θερμός. Κάποιος άλλος ένα πιάτο κουλουράκια. Κάθισαν λίγο αμήχανα, με εκείνη την αμηχανία των ανθρώπων που μένουν χρόνια δίπλα δίπλα αλλά δεν έχουν μιλήσει ποτέ πραγματικά.
Την επόμενη φορά ήρθαν έξι. Μετά δέκα.
Δεν έγινε πάρτι. Δεν έγινε σύλλογος. Δεν έγινε κάτι που θα έβαζες σε αφίσα. Έγινε απλός κυριακάτικος καφές.
Κι όμως, μέσα σε αυτόν τον καφέ άλλαξε κάτι στην πολυκατοικία.
Άνθρωποι που περνούσαν ο ένας δίπλα από τον άλλον στην είσοδο άρχισαν να λένε «καλημέρα» αλλιώς. Ένας νεαρός του τρίτου έμαθε ότι η κυρία του πρώτου είχε δουλέψει χρόνια σε φούρνο. Μια μητέρα που γύριζε πάντα βιαστική άρχισε να αφήνει για λίγο το παιδί της να κατεβαίνει στον κοινόχρηστο χώρο. Τα επώνυμα έγιναν ονόματα. Τα διαμερίσματα έγιναν πρόσωπα.
Και όταν κάποτε μια γειτόνισσα αρρώστησε βαριά, η κυρία Ελένη δεν χρειάστηκε να ψάξει ποιον να καλέσει. Ήξερε ήδη.
Η κοινότητα δεν χτίστηκε για να αντέξει τις δυσκολίες. Χτίστηκε από χαρά — και μετά άντεξε.
Κάτι παρόμοιο συνέβη, με τελείως διαφορετικό τρόπο, σε μια μικρή εταιρεία τεχνολογίας. Είκοσι πέντε άνθρωποι, οι περισσότεροι δουλεύουν από το σπίτι. Οθόνες, μικρόφωνα, τετράγωνα πρόσωπα σε online meetings. Συνεργάζονταν καθημερινά, αλλά πολλές φορές ένιωθαν περισσότερο σαν φωνές σε ακουστικά παρά σαν ομάδα.
Η Σοφία, η team manager, πρότεινε μια μικρή συνήθεια. Κάθε Παρασκευή, στο τέλος της online συνάντησης, πριν κλείσουν οι κάμερες, ένας άνθρωπος θα μοιραζόταν κάτι που τον έκανε να χαμογελάσει εκείνη την εβδομάδα.
Όχι απαραίτητα κάτι επαγγελματικό. Όχι κάτι σημαντικό. Κάτι μικρό.
Στην αρχή υπήρχε αμηχανία.
Κάποιος είπε για μια γάτα που μπήκε μπροστά στην κάμερα την ώρα που μιλούσε με πελάτη. Κάποια άλλη είπε ότι το παιδί της τής άφησε ένα σημείωμα πάνω στο laptop: «Μαμά, κάνε διάλειμμα». Ένας τρίτος είπε ότι κατάφερε επιτέλους να φτιάξει καφέ χωρίς να τον ξεχάσει στον πάγκο.
Γέλασαν λίγο. Μετά έκλεισαν τις κάμερες.
Την επόμενη Παρασκευή ήταν πιο εύκολο. Την τρίτη ακόμη περισσότερο.
Δύο χρόνια μετά, εκείνα τα πέντε λεπτά είναι από τις στιγμές που αρκετοί αναφέρουν ως την πιο ανθρώπινη της εβδομάδας. Δεν λύνουν προβλήματα. Δεν μειώνουν τις προθεσμίες. Δεν κάνουν τη δουλειά λιγότερη.
Θυμίζουν όμως ότι πίσω από τις οθόνες υπάρχουν άνθρωποι.
Και αυτό, σε μια εποχή που συχνά δουλεύουμε μαζί χωρίς να συναντιόμαστε πραγματικά, έχει σημασία.
Η Αναστασία και ο Γιώργος είναι παντρεμένοι δεκαπέντε χρόνια. Για καιρό έτρωγαν με το τηλέφωνο στο τραπέζι. Όχι επειδή το αποφάσισαν. Έτσι έγινε σιγά σιγά. Ένα μήνυμα, μια ειδοποίηση, ένα email, μια ματιά στην οθόνη ανάμεσα σε δύο μπουκιές.
Μια μέρα η Αναστασία είπε:
«Ας δοκιμάσουμε ένα βράδυ χωρίς.»
Έβαλαν τα κινητά ανάποδα στον πάγκο της κουζίνας. Στην αρχή ήταν λίγο περίεργο. Δεν είχαν κάτι σπουδαίο να πουν. Μίλησαν για το φαγητό, για μια δουλειά στο σπίτι, για ένα αστείο που είχε πει κάποιος στη δουλειά. Μετά θυμήθηκαν μια παλιά εκδρομή. Μετά γέλασαν με κάτι που, αν το έβλεπε κανείς απ’ έξω, δεν θα του φαινόταν καν αστείο.
Ένα βράδυ έγιναν δύο. Μετά πέντε.
Δεν μιλούσαν πάντα για βαθιά πράγματα. Μερικές φορές μιλούσαν για ανοησίες. Μερικές φορές έμεναν απλώς στο ίδιο τραπέζι χωρίς να φεύγει συνέχεια το βλέμμα τους αλλού.
«Δεν ανακαλύψαμε κάτι καινούριο», λέει η Αναστασία. «Θυμηθήκαμε κάτι που ξέραμε.»
Ότι το μαζί δεν θέλει πάντα μεγάλη οργάνωση. Θέλει χώρο.
Δεν χρειάζεσαι πολλούς ανθρώπους για να μη νιώθεις μόνος. Μερικές φορές χρειάζεσαι έναν άνθρωπο με τον οποίο είσαι πραγματικά παρών. Άλλες φορές χρειάζεσαι μια μικρή ομάδα, έναν κοινό καφέ, μια Παρασκευή με πέντε λεπτά χαράς, ένα τραπέζι που δεν βιάζεται να τελειώσει.
Η διαφορά δεν είναι αριθμητική. Είναι ποιοτική.
Υπάρχει χαρά που την κρατάς μόνος σου και έχει αξία. Υπάρχει όμως και χαρά που μεγαλώνει επειδή κάποιος άλλος ήταν εκεί να τη δει, να τη μοιραστεί, να τη θυμηθεί μαζί σου.
Ένα τραπέζι που μεγαλώνει επειδή κάποιος βάζει πάντα μία καρέκλα παραπάνω. Ένας κοινόχρηστος χώρος που παύει να είναι αποθήκη. Μια οθόνη που για λίγο γίνεται πρόσωπο. Ένα ζευγάρι που αφήνει τα κινητά στην άκρη και ξανακούει το ίδιο του το σπίτι.
Η χαρά χωράει πάντα έναν ακόμα.
«Η χαρά που μοιράζεσαι δεν μικραίνει — μεγαλώνει για όλους όσοι τη ζουν μαζί σου.»





