ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Ιστορίες χαράς που μάς θυμίζουν τι αξίζει

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας — Mentor / L&B Coach

Υπάρχουν εβδομάδες που στο τέλος τους σταματάς και σκέφτεσαι: τι κράτησα από αυτήν;

Όχι τι έγινε. Τι κράτησα.

Αυτή η εβδομάδα ήταν για τη χαρά. Για το παρόν, τη μικρή γιορτή, το γέλιο, την κοινότητα. Αλλά οι έννοιες από μόνες τους δεν αλλάζουν τη ζωή μας. Την αλλάζει ο τρόπος που κάποιος τις ζει ένα Σάββατο πρωί, ένα βράδυ στο σπίτι, ένα τραπέζι με φίλους.

Ο Βασίλης είναι πενήντα ενός χρονών, λογιστής, και ζει στη Θεσσαλονίκη. Για χρόνια έκανε κάθε καλοκαίρι το ίδιο πράγμα: σχεδίαζε τις «τέλειες διακοπές». Έψαχνε μέρος, ξενοδοχείο, ταβέρνες, δραστηριότητες, διαδρομές. Έφτιαχνε πρόγραμμα για να μη χαθεί τίποτα.

Και σχεδόν κάθε φορά, όταν γύριζε, κάτι έλειπε.

Δεν ήξερε ακριβώς τι. Οι φωτογραφίες ήταν ωραίες. Το μέρος καλό. Η θάλασσα εκεί. Κι όμως, μέσα του έμενε μια μικρή αίσθηση ότι περίμενε περισσότερα.

Πριν από δύο χρόνια, ένα Σάββατο που δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο να κάνει, βγήκε να περπατήσει στη γειτονιά του. Χωρίς πρόγραμμα. Χωρίς προορισμό. Πέρασε από δρόμους που τους ήξερε μόνο μέσα από το παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Στάθηκε μπροστά σε ένα καφενείο που έβλεπε χρόνια και δεν είχε μπει ποτέ. Κοίταξε μια μικρή γωνία με παλιά βιβλία σε χαρτόκουτα. Μίλησε με έναν ηλικιωμένο που ζωγράφιζε πρόσωπα στο πεζοδρόμιο, επειδή, όπως του είπε, «κάπως πρέπει να περνάει η ώρα όμορφα».

Λίγο πιο κάτω βρήκε ένα ζαχαροπλαστείο από τη δεκαετία του ’60, με παλιά βιτρίνα και μυρωδιά βανίλιας. Αγόρασε ένα γλυκό χωρίς λόγο και το έφαγε περπατώντας.

Δεν ήταν εκδρομή. Δεν ήταν διακοπές. Δεν ήταν κάτι που θα έλεγε κανείς «εμπειρία».

Κι όμως, εκείνο το πρωινό το θυμάται ακόμη.

Από τότε, σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο κάνει μια μικρή βόλτα στη Θεσσαλονίκη σαν να τη βλέπει πρώτη φορά. Δεν ψάχνει κάτι σπουδαίο. Μερικές φορές δεν βρίσκει τίποτα. Άλλες φορές βρίσκει έναν δρόμο, μια μυρωδιά, μια κουβέντα, ένα φως πάνω σε μια παλιά πολυκατοικία.

«Δεν άλλαξε η πόλη», λέει. «Άλλαξα το μάτι.»

Η Ελένη, τριάντα εννέα χρονών, εκπαιδευτικός στην Αθήνα, δεν βγαίνει κάθε Σαββατοκύριακο για βόλτες. Η δική της χαρά χωρά σε ένα μικρό τετράδιο στο κομοδίνο.

Το ξεκίνησε πριν από έναν χρόνο, χωρίς μεγάλη απόφαση. Ένα βράδυ, αφού είχε περάσει μια μέρα κουραστική, άνοιξε ένα παλιό τετράδιο και έγραψε μία φράση:

«Σήμερα άξιζε ο τρόπος που μύριζε η βροχή.»

Την επόμενη μέρα έγραψε κάτι άλλο. Ένα βιβλίο που δεν ήθελε να κλείσει. Μια μαθήτρια που της χαμογέλασε στην πόρτα. Ένα κομμάτι ήλιου που έπεσε στο γραφείο την ώρα που ένιωθε ότι δεν είχε άλλη ενέργεια.

Δεν γράφει πολλά. Ένα πράγμα μόνο.

Κάποιες μέρες δυσκολεύεται να το βρει. Κάποιες άλλες το βρίσκει αμέσως. Το περίεργο, λέει, δεν είναι ότι η ζωή της έγινε πιο εύκολη. Είναι ότι άρχισε να μη φεύγει ολόκληρη μέσα στη βιασύνη.

«Δεν άλλαξε η ζωή μου», λέει. «Αλλά δεν νιώθω πια ότι τη χάνω.»

Υπάρχει και μια παρέα έξι φίλων, σκορπισμένων σε τρεις πόλεις. Από τριάντα έως σαράντα δύο χρονών, με δουλειές, παιδιά, υποχρεώσεις, μετακινήσεις, καθυστερήσεις. Κάποτε έλεγαν συνέχεια «να βρεθούμε» και περνούσαν μήνες.

Ώσπου κάποιος πρότεινε ένα μηνιαίο τραπέζι όπου ο καθένας φέρνει κάτι. Όχι τέλειο. Όχι οργανωμένο σαν πρόσκληση. Ό,τι έχει.

Κάποιος φέρνει φαγητό που μαγείρεψε. Κάποιος αγοράζει ψωμί γιατί δεν πρόλαβε τίποτα άλλο. Κάποιος εμφανίζεται με τυριά, κάποιος με γλυκό, κάποιος μόνο με την κούρασή του. Τα φαγητά δεν ταιριάζουν πάντα μεταξύ τους. Μερικές φορές το τραπέζι μοιάζει λίγο παράξενο. Μα κανείς δεν πειράζει.

Γιατί το θέμα δεν είναι το μενού.

Είναι ότι έρχονται.

Τέσσερα χρόνια τώρα, αυτό το τραπέζι έγινε η πιο σταθερή χαρά της ζωής τους. Όχι επειδή είναι εντυπωσιακό. Επειδή υπάρχει. Επειδή, μία φορά τον μήνα, κάποιος ανοίγει την πόρτα, κάποιος βάζει νερό στα ποτήρια, κάποιος γελάει πριν καν καθίσουν όλοι.

Και κάθε φορά, για λίγες ώρες, η ζωή γίνεται λίγο πιο κοινή.

Ίσως αυτή να είναι η χαρά που αξίζει να κρατήσουμε από την εβδομάδα. Όχι η χαρά που περιμένει τις τέλειες συνθήκες. Η άλλη. Εκείνη που γεννιέται όταν είσαι παρών. Όταν προσέχεις κάτι μικρό. Όταν γελάς χωρίς να έχει λυθεί όλη η ζωή. Όταν μοιράζεσαι ένα τραπέζι, μια βόλτα, μια φράση, μια στιγμή.

Ο Βασίλης τη βρήκε σε δρόμους που ήδη υπήρχαν.

Η Ελένη σε μία γραμμή στο τετράδιο.

Η παρέα σε ένα τραπέζι όπου ο καθένας φέρνει κάτι.

Μια γωνία της πόλης που δεν είχες προσέξει. Μια φράση πριν κοιμηθείς. Ένα πιάτο που δεν ταιριάζει με τα υπόλοιπα, αλλά χωράει στο ίδιο τραπέζι.

Η χαρά, τελικά, δεν φωνάζει πάντα.

Μερικές φορές απλώς περιμένει να τη δεις.

«Η χαρά δεν περιμένει τις κατάλληλες συνθήκες — δημιουργείται μέσα σε αυτές που ήδη έχεις.»