Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας — Mentor / L&B Coach
Τελευταία Θεματική Εβδομάδα Σεζόν 2025–2026
Ο Αντώνης τρέχει μαραθώνιους. Είναι σαράντα ενός, λογιστής τις καθημερινές, δρομέας τα Σαββατοκύριακα, από εκείνους τους ανθρώπους που δεν κάνουν πολύ θόρυβο για ό,τι αγαπούν. Μου είχε πει κάποτε ότι η πιο παράξενη στιγμή σε μια μεγάλη διαδρομή δεν είναι όταν φτάνει στον τερματισμό. Είναι όταν, κάπου στη μέση ή λίγο πριν το τέλος, γυρίζει για λίγο το κεφάλι και κοιτάζει πίσω. Όχι το ρολόι του. Όχι τα χιλιόμετρα στην οθόνη. Τον δρόμο. Τη στροφή που άφησε, την ανηφόρα που πέρασε, εκείνο το κομμάτι που πριν από μία ώρα του φαινόταν ατελείωτο. «Εκεί το καταλαβαίνω», μου είπε. «Όχι όταν τελειώνει. Εκεί που το βλέπω.»
Η Βάσω κάνει μια εντελώς διαφορετική δουλειά και, παρ’ όλα αυτά, μιλά σχεδόν για το ίδιο πράγμα. Είναι πενήντα τεσσάρων, εργάζεται πολλά χρόνια σε ανθρωπιστική οργάνωση και έχει αυτό το βλέμμα των ανθρώπων που έχουν δει περισσότερα απ’ όσα λένε. Κάθε Δεκέμβριο, λίγες μέρες πριν μπουν οι γιορτές, βγάζει το ημερολόγιό της από ένα συρτάρι, κάθεται στην κουζίνα της και αρχίζει να διαβάζει τις σελίδες από την αρχή. Δεν το κάνει για νοσταλγία. Το κάνει, όπως λέει, για να θυμηθεί ποια ήταν όταν έγραφε.
Μια χρονιά βρήκε σημειωμένο με κεφαλαία ότι φοβόταν κάτι που τελικά δεν συνέβη ποτέ. Σε άλλη σελίδα είχε γράψει με ενθουσιασμό για μια μικρή στιγμή που την είχε συγκινήσει τότε και την είχε ήδη ξεχάσει. «Κάθε φορά βρίσκω έναν εαυτό που μου έχει ξεφύγει», λέει. «Και μαζί του βρίσκω και τη χρονιά όπως ήταν στ’ αλήθεια. Όχι όπως τη θυμάμαι πρόχειρα στο τέλος.»
Κάπως έτσι σκέφτομαι και τον Σπύρο. Τριάντα επτά χρονών, επιχειρηματίας, από εκείνους που έχουν μάθει να προχωρούν γρήγορα και να μην κάθονται πολύ πάνω από ό,τι πόνεσε. Πριν από δύο χρόνια έχασε ένα project που πίστευε πολύ. Δεν ήταν μόνο τα χρήματα. Ήταν ο χρόνος, οι άνθρωποι, η εικόνα που είχε για τον εαυτό του. Στην αρχή προσπάθησε να το ξεπεράσει με τον πιο γνώριμο τρόπο: δουλεύοντας περισσότερο, μπαίνοντας κατευθείαν στο επόμενο, χωρίς πολλές κουβέντες. Μόνο που κάποια στιγμή αυτό δεν τον έβγαζε πουθενά.
Μου είπε ότι πέρασε εβδομάδες κοιτάζοντας ξανά σημειώσεις, συζητήσεις, αποφάσεις, ακόμα και λεπτομέρειες που τότε του φαίνονταν ασήμαντες. Όχι για να κατηγορήσει τον εαυτό του. Για να δει καθαρά. «Δεν έμαθα πώς να μην αποτυγχάνω», είπε. «Έμαθα να μη φοβάμαι τόσο να δω τι έγινε.» Και ίσως αυτό να ήταν τελικά το πιο χρήσιμο.
Συμβαίνει συχνά αυτό με τους ανθρώπους. Ζουν ολόκληρες περιόδους χωρίς να προλαβαίνουν να καταλάβουν τι τους άφησαν. Περνούν μήνες γεμάτους ένταση, κόπο, μικρές νίκες, ήσυχες ήττες, και στο τέλος κρατούν μόνο μια θολή εντύπωση: ότι όλα πέρασαν γρήγορα. Ίσως γι’ αυτό έχει σημασία να κοιτάζει κανείς πότε πότε πίσω. Όχι για να κολλήσει εκεί. Ούτε για να μετρήσει τη ζωή σαν απολογισμό επιδόσεων. Αλλά για να αναγνωρίσει τη διαδρομή.
Γιατί μερικές φορές δεν καταλαβαίνουμε τι άλλαξε μέσα μας την ώρα που αλλάζει. Το βλέπουμε αργότερα, όταν υπάρχει λίγη απόσταση. Όταν κοιτάζουμε μια παλιά σελίδα, έναν δρόμο που αφήσαμε πίσω, μια απόφαση που τότε μας φάνηκε αβάσταχτη και τώρα στέκεται αλλιώς μέσα μας.
Κάπου πάνω σε ένα μονοπάτι βουνού, ένας δρομέας σταματά για λίγο. Βάζει τα χέρια στα γόνατα, παίρνει ανάσα και γυρίζει να κοιτάξει πίσω. Κάτω από τα πόδια του, το μονοπάτι κάνει στροφές που από κοντά έμοιαζαν πολύ πιο μεγάλες. Από εκεί ψηλά φαίνονται αλλιώς. Δεν μικραίνουν. Απλώς αποκτούν σχήμα.
Ίσως κάπως έτσι έρχεται και το επόμενο βήμα.
«Δεν μαθαίνεις από ό,τι σου συνέβη — μαθαίνεις από τη στιγμή που σταματάς και το κοιτάς.»





