ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Όταν το τέλος είναι και αρχή

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας — Mentor / L&B Coach

Η Δήμητρα δεν τα έκαψε από θυμό. Τα έκαψε ήρεμα, σε μια στεγνή μεσημεριανή ώρα, με έναν αναπτήρα και ένα παλιό μεταλλικό μπολ στο μπαλκόνι. Γράμματα από μια σχέση που κράτησε τρία χρόνια και έληξε άσχημα. Τα είχε κρατήσει σε ένα κουτί, στο πάνω ράφι της ντουλάπας, εκεί όπου μπαίνουν συνήθως όσα δεν θέλουμε να βλέπουμε κάθε μέρα αλλά δεν αντέχουμε ακόμη να αποχωριστούμε.

Δεν τα έκαψε για να ξεχάσει. Ήξερε ότι αυτό δεν γίνεται έτσι. Τα έκαψε γιατί κατάλαβε πως αυτή η εκδοχή της ιστορίας — η βαριά, η σκληρή, η γεμάτη παράπονο — δεν χρειαζόταν πια να παίρνει χώρο στη ζωή της. Όταν τα τελευταία χαρτιά έγιναν στάχτη, δεν έγινε τίποτα θεαματικό. Δεν έκλαψε όπως νόμιζε ότι θα κλάψει. Δεν ένιωσε αμέσως ελεύθερη. Απλώς στάθηκε για λίγο εκεί, με το μπολ μπροστά της, και πήρε μια ανάσα που της φάνηκε λίγο πιο βαθιά από τις προηγούμενες.

Δεν χρειάζεται πάντα μια τέτοια πράξη για να κλείσει ένα κεφάλαιο. Μερικές φορές, όμως, ο άνθρωπος χρειάζεται κάτι συγκεκριμένο. Μια μικρή κίνηση που να κάνει το τέλος λίγο πιο πραγματικό.

Ο Μάνος είναι τριάντα εννέα χρονών, μηχανολόγος. Για επτά χρόνια δούλευε σε μια εταιρεία που του έδινε ασφάλεια: σταθερές αποδοχές, γνωστό περιβάλλον, προβλέψιμη διαδρομή, ανθρώπους που ήξεραν το μικρό του όνομα. Αλλά κάτι έλειπε. Δεν ήξερε ακριβώς τι, κι ίσως γι’ αυτό έμεινε τόσο καιρό. Είναι δύσκολο να φύγεις από κάτι που δεν είναι κακό, αλλά δεν είναι πια ζωντανό για σένα.

Όταν τελικά παραιτήθηκε, ανακάλυψε κάτι που δεν περίμενε. Το δύσκολο δεν ήταν μόνο να αλλάξει δουλειά. Ήταν να κλείσει τίμια το προηγούμενο κεφάλαιο. Να αναγνωρίσει τι του έδωσε εκείνη η εταιρεία, αλλά και τι δεν μπορούσε πια να του δώσει. Να φύγει χωρίς να τη μηδενίσει και χωρίς να προδώσει το κομμάτι του εαυτού του που είχε μείνει εκεί τόσα χρόνια. «Δεν φοβόμουν μόνο την αλλαγή», είπε. «Φοβόμουν να παραδεχτώ ότι κάτι είχε τελειώσει πριν φύγω.»

Η Αγγελική και ο Στάθης ήταν φίλοι δεκαπέντε χρόνια. Η φιλία τους δεν χάλασε από έναν μεγάλο καβγά. Κουράστηκε σιγά σιγά, από μικρές σιωπές, από πράγματα που δεν ειπώθηκαν στην ώρα τους, από συναντήσεις που έμοιαζαν όλο και περισσότερο με υποχρέωση. Για καιρό έκαναν πως όλα ήταν όπως πριν. Έστελναν μηνύματα στις γιορτές, κανόνιζαν καφέδες που αναβάλλονταν, κρατούσαν μια μορφή σχέσης που δεν είχε πια την ίδια ζεστασιά.

Μια μέρα, τελικά, κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλον και το είπαν. Όχι με κατηγορία. Όχι με θυμό. Περισσότερο με εκείνη τη λύπη που έχουν μερικά πράγματα όταν υπήρξαν αληθινά και όμως δεν χωρούν πια στο ίδιο σχήμα. Θυμήθηκαν χρόνια, γέλασαν με δύο παλιές ιστορίες, σώπασαν αρκετές φορές. Και στο τέλος δεν αποφάσισαν να “κόψουν”. Αποφάσισαν να μην προσποιούνται. Η Αγγελική το είπε αργότερα πολύ απλά: «Ήταν ίσως η πιο τρυφερή κουβέντα που είχαμε κάνει εδώ και καιρό.»

Κάπως έτσι μοιάζουν μερικά τέλη όταν τα αφήνεις να γίνουν τίμια. Δεν κάνουν θόρυβο. Δεν έχουν πάντα καθαρές απαντήσεις. Δεν λύνουν όλο το παρελθόν. Απλώς σταματούν εκεί που για καιρό συνέχιζαν χωρίς πραγματικά να προχωρούν.

Και αυτό το μικρό σταμάτημα, όσο απλό κι αν φαίνεται, αλλάζει τη συνέχεια.

Μια πόρτα κλείνει αθόρυβα. Πίσω της δεν σβήνουν όλα. Μένουν όσα έζησες, όσα έμαθες, όσα σε άλλαξαν. Μπροστά της υπάρχει φως από μια άλλη πόρτα που ανοίγει λίγο. Δεν χρειάζεται να βιαστείς να μπεις. Αρκεί, για την ώρα, να αφήσεις την πρώτη να κλείσει σωστά.

«Αποχαιρετάς δεν σημαίνει ξεχνάς — σημαίνει επιλέγεις να μην το κουβαλάς πια.»