ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Αλέξανδρος Γιωτόπουλος: Πώς ανατράπηκε το βούλευμα της αποφυλάκισης

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Σαφή θέση υπέρ της εφαρμογής των διατάξεων του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα έλαβε ο Άρειος Πάγος στην υπόθεση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, κρίνοντας ότι για την υφ’ όρον απόλυση καταδίκων που εκτίουν περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης απαιτείται πραγματική έκτιση 25 ετών.
Στο σκεπτικό του, το ανώτατο δικαστήριο επισημαίνει ότι με τον νέο Ποινικό Κώδικα «ρυθμίστηκε για πρώτη φορά, ρητά, προς κάλυψη του νομοθετικού κενού, η περίπτωση της υφ’ όρον απόλυσης καταδικασθέντος, που εκτίει περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης», καλύπτοντας έτσι ένα νομοθετικό κενό που υπήρχε στο προηγούμενο καθεστώς. Μέχρι τότε, το ζήτημα είχε αντιμετωπιστεί μέσω της νομολογίας, η οποία είχε καταλήξει στην άποψη ότι απαιτούνταν πραγματική έκτιση 19 ετών.

Κατά τους δικαστές του Αρείου Πάγου, ωστόσο, η προγενέστερη αυτή νομολογιακή προσέγγιση «δεν μπορεί να συγκριθεί με τη νομολογία, που διαμορφώθηκε υπό την αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα» και, συνεπώς, δεν μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για την εφαρμογή της αρχής του ευμενέστερου νόμου. Όπως υπογραμμίζεται, η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του ευμενέστερου ποινικού νόμου «προϋποθέτει τη σύγκριση μεταξύ περισσότερων διατάξεων νόμων» και όχι μεταξύ νόμου και νομολογίας που αναπτύχθηκε για την κάλυψη κενού του δικαίου.
Με βάση αυτό το σκεπτικό, ο Άρειος Πάγος καταλήγει ότι οι διατάξεις του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και σε καταδίκους για πράξεις που τελέστηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 2019. Άλλωστε, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση, «ο εκ του νόμου απαιτούμενος χρόνος πραγματικής έκτισης περισσότερων ποινών ισόβιας κάθειρξης… είναι τα είκοσι πέντε (25) έτη», με αποτέλεσμα για όσους εκτίουν περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης το ελάχιστο απαιτούμενο χρονικό διάστημα πραγματικής παραμονής στη φυλακή για την εξέταση της υφ’ όρον απόλυσής τους να ανέρχεται πλέον στα 25 έτη.
Αιτιολογικό κενό στο βούλευμα
Στο σκεπτικό τους, οι αρεοπαγίτες αναφέρονται εκτενώς στην αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο, όπως κρίνουν, «δεν διέλαβε… την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία» και δεν αποτυπώνει με επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την υφ’ όρον απόλυση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου.
Πιο συγκεκριμένα, το Συμβούλιο Εφετών, κατά την κρίση του Αρείου Πάγου, περιόρισε τη συλλογιστική του σε επιμέρους στοιχεία, όπως η συμμόρφωση του κρατουμένου με τους όρους των έξι τακτικών αδειών που είχε λάβει, η απόκτηση πτυχίου, μεταπτυχιακού και διδακτορικού τίτλου στα μαθηματικά από το Πανεπιστήμιο Paris Diderot VII, καθώς και το γεγονός ότι τα πειθαρχικά παραπτώματα του 2002 και του 2015 είχαν ήδη παραγραφεί. Ωστόσο, σύμφωνα με το ανώτατο δικαστήριο, τα στοιχεία αυτά αρκούν για να περιγράψουν την έννοια της «εξωτερικά καλής συμπεριφοράς» και όχι της «καλής διαγωγής» υπό την ουσιαστική της έννοια, δηλαδή ως έκφραση εσωτερικής μεταστροφής και συνειδητής αποδοχής των κανόνων ορθής κοινωνικής συμπεριφοράς.
Παράλληλα, το δικαστήριο σημειώνει ότι η ακαδημαϊκή πορεία του κρατουμένου μπορεί μεν να αναδεικνύει «την προσήλωσή του στο στόχο του να παραμείνει λειτουργικός κατά τον πολυετή εγκλεισμό του και εν γένει στην ανάπτυξη του πνεύματός του», πλην όμως αυτό δεν συνιστά από μόνο του επαρκές κριτήριο. Δεν τεκμηριώνει, όπως επισημαίνεται, αναγκαία την απαιτούμενη ηθική βελτίωση ούτε αποδεικνύει ότι η συγκεκριμένη δραστηριότητα είχε ουσιαστική επίδραση στη διαδικασία του σωφρονισμού.
Επιπλέον, ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει ελλείμματα αιτιολογίας και ως προς την εκτίμηση δημοσίων παρεμβάσεων του κρατουμένου. Συγκεκριμένα, επισημαίνει ότι δεν παρατίθενται οι ακριβείς διατυπώσεις της επιστολής του στην εφημερίδα «Documento», από τις οποίες θα μπορούσε να προκύπτει η υποστήριξη του κράτους δικαίου και της ορθής εφαρμογής των νόμων, ούτε αιτιολογείται επαρκώς ο τρόπος με τον οποίο οι αναφορές αυτές συνδέονται με τη στάση του απέναντι στην έννομη τάξη και τις δικαστικές αποφάσεις. Αντίστοιχα, δεν εξηγείται γιατί οι επικριτικές αναφορές του προς πρώην συγκατηγορουμένους του, σε επιστολή που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Έθνος», θα πρέπει να ερμηνευθούν ως ένδειξη σωφρονισμού και όχι ως αποτέλεσμα προσωπικών διαφορών.
Το ζήτημα της μεταμέλειας
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται και στο ζήτημα της μεταμέλειας. Κατά το σκεπτικό, από κανένα στοιχείο του βουλεύματος δεν συνάγεται ότι έχει επέλθει ο ποινικός σωφρονισμός του καταδίκου, δηλαδή «η ειλικρινής μετάνοιά του για τα εγκλήματα που τέλεσε και η αποκοπή του από το εγκληματικό του παρελθόν», ώστε να διασφαλίζονται οι απαραίτητες εγγυήσεις για την ομαλή επανένταξή του στην κοινωνία. Αντιθέτως, τονίζεται ότι το ίδιο το βούλευμα αναγνωρίζει πως ο καταδικασμένος «ουδέποτε αποδέχθηκε τις πράξεις του, ούτε εξέφρασε μεταμέλεια», στοιχείο το οποίο, κατά τον Άρειο Πάγο, δύναται να εκτιμηθεί ως ένδειξη μη πλήρους ηθικής μεταστροφής.
Τέλος, το ανώτατο δικαστήριο επαναδιατυπώνει ότι δεν πληρούνταν ούτε η τυπική προϋπόθεση για τη χορήγηση υφ’ όρον απόλυσης, καθώς το Συμβούλιο Εφετών είχε εσφαλμένα κρίνει ως επαρκή την πραγματική έκτιση 23 ετών. Αντιθέτως, κατά την ερμηνεία που υιοθετεί ο Άρειος Πάγος, για καταδικασθέντα που εκτίει 17 ποινές ισόβιας κάθειρξης και πρόσκαιρη κάθειρξη 25 ετών, «ο απαιτούμενος ελάχιστος χρόνος πραγματικής παραμονής στο σωφρονιστικό κατάστημα… είναι τα 25 έτη».
Για τους λόγους αυτούς έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς αναιρέθηκε και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς νέα κρίση ενώπιον νέας δικαστικής σύνθεσης.

Πηγή: ieidiseis.gr