Την πλήρη αντίθεσή της στο νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) εξέφρασε η Λαϊκή Συσπείρωση κατά τη συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Θεσσαλίας, καταψηφίζοντας τη σχετική εισήγηση και ασκώντας συνολική κριτική στην κυβερνητική πολιτική για την ανάπτυξη των ΑΠΕ.
Ο επικεφαλής της παράταξης, Τάσος Τσιαπλές, υποστήριξε ότι το νέο χωροταξικό πλαίσιο εξυπηρετεί, όπως ανέφερε, τα συμφέροντα μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων στον τομέα της Ενέργειας και συνδέεται με τον νέο νόμο για την επιτάχυνση των επενδύσεων, καθώς και με τα υπό διαμόρφωση χωροταξικά σχέδια για τον τουρισμό και τη βιομηχανία.
Σύμφωνα με τη Λαϊκή Συσπείρωση, το νέο πλαίσιο διευκολύνει την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ ακόμη και σε περιοχές ιδιαίτερου περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, όπως δάση, γεωργικές εκτάσεις και προστατευόμενες περιοχές, ενώ παράλληλα επιταχύνει τις διαδικασίες αδειοδότησης μέσω ειδικών «περιοχών επιτάχυνσης».
Ο κ. Τσιαπλές υποστήριξε ακόμη ότι η πολιτική της «πράσινης μετάβασης» έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της κερδοφορίας των ενεργειακών επιχειρήσεων, χωρίς –όπως είπε– να μειωθεί το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Παράλληλα έκανε λόγο για ενεργειακή φτώχεια, επικαλούμενος στοιχεία σχετικά με τη δυσκολία πολλών νοικοκυριών να ανταποκριθούν στους λογαριασμούς ενέργειας.
Ιδιαίτερη κριτική άσκησε τόσο στην κυβέρνηση όσο και στις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις που, όπως υποστήριξε, στηρίζουν τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενεργειακή μετάβαση, αναφέροντας ότι οι διαφωνίες τους περιορίζονται στον τρόπο εφαρμογής της πολιτικής και όχι στην ουσία της.
Η Λαϊκή Συσπείρωση επανέλαβε τη θέση της ότι η παραγωγή και διαχείριση της ενέργειας θα πρέπει να αποτελεί κοινωνικό αγαθό και όχι αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας, ενώ δήλωσε ότι θα συνεχίσει να αντιτίθεται στην εγκατάσταση μεγάλων αιολικών και φωτοβολταϊκών πάρκων, καλώντας τους πολίτες να συμμετάσχουν στις σχετικές κινητοποιήσεις.
Παράλληλα, η παράταξη επανέφερε την πάγια θέση της υπέρ ενός διαφορετικού μοντέλου ανάπτυξης, με κοινωνική ιδιοκτησία της γης και κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας, υποστηρίζοντας ότι μόνο μέσα από ένα τέτοιο πλαίσιο μπορούν να ικανοποιηθούν οι ανάγκες της κοινωνίας και να προστατευθεί ουσιαστικά το περιβάλλον.





