Το ασφαλιστικό σύστημα προβλέπει πρόωρη σύνταξη για τη συνδρομή ανάπηρων τέκνων και προστατευόμενων μελών οικογενείας, πλην όμως αυτή δίνεται (πλέον) στο 62ο έτος…
Όσοι είχαν τις ελάχιστες προϋποθέσεις (7.500 ένσημα και τέκνο, αδερφό ή σύζυγο ανάπηρο όπως αναφέρεται παρακάτω) μέχρι το 2015, έβγαιναν αμέσως σε ουσιαστική πρόωρη σύνταξη.
Από τις 19/8/2015 και μετά όμως άρχισε να αθροίζεται πρόσθετος χρόνος στην ηλικία πέραν των 55 ετών (σ.σ. που ορίστηκε σαν βάση τη συγκεκριμένη χρόνια) με αποτέλεσμα όποιος φέτος καταστεί δικαιούχος, να συνταξιοδοτείται στο 62ο έτος.
Ωστόσο κάθε φορά ισχύουν διαφορετικά ποσοστά αναπηρίας (π.χ. τέκνου αδερφού η συζύγου), ενώ προβλέπονται και διαφορετικά όρια ηλικίας ανάλογα με τον χρόνο συμπλήρωσης της 25ετίας.
Παραδείγματα:
Εργαζόμενος με 25 έτη υπηρεσίας έχει σύζυγο ανάπηρη σε ποσοστό 80%. Αν η πιστοποίηση του ποσοστού αναπηρίας μέσω ΚΕΠΑ έγινε το 2020, ο σύζυγος δικαιούται σύνταξη στο 60ό έτος. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο ασφαλισμένος κατοχυρώνει την ηλικία εξόδου που ισχύει τη χρονιά όπου συμπληρώνονται ταυτόχρονα και οι τρεις προϋποθέσεις: α/25ετία, β/αναπηρία προστατευόμενου προσώπου και γ/η προβλεφθείσα ηλικία.
Αν γονιός τέκνου ΑμΕΑ (αναπηρία άνω του 67%) η οποία πιστοποιήθηκε το 2015, αλλά συμπλήρωσε πέρυσι (2025) τα 7.500 ένσημα δικαιούται σύνταξη στο 62ο έτος.
Ως προς τις λοιπές προϋποθέσεις, ισχύουν τα ακόλουθα:
Για σύνταξη λόγω αναπηρίας σύζυγοι το ποσοστό αναπηρίας του ετέρου των συζύγων πρέπει να είναι τουλάχιστον ποσοστό 80%.
Αντίθετα, για τα τέκνα και τους αδερφούς το ποσοστό περιορίζεται στο 67%.
Οι συντάξεις καταβάλλονται στο ακέραιο και δεν γίνεται περικοπή όπως στις αναπηρικές συντάξεις (του ίδιου του ασφαλισμένου), όπου προβλέπονται περικοπές 25% στην εθνική σύνταξη (446 ευρώ για 20 έτη), για ποσοστό αναπηρίας 67,01% έως 80% και περικοπή κατά 50% για ποσοστό αναπηρίας από 60,01% έως και 66,9%.
Για την χορήγηση της σύνταξης το τέκνο ή ο/η αδερφός/ή θα πρέπει είναι άγαμο/ος/η, να μην εργάζεται και να μη νοσηλεύεται σε ίδρυμα με δαπάνη ασφαλιστικού ή άλλου δημόσιου φορέα.
Ο έτερος γονέας θα πρέπει να εργάζεται, να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 2.400 ημέρες εργασίας ή 8 έτη πραγματικής ασφάλισης εκ των οποίων 600 ημέρες ή 2 έτη τα τελευταία 4 έτη σε φορείς κύριας ασφάλισης αλλά, από την άλλη, να μην έχει θεμελιώσει δικαίωμα συντάξεις (άρα μπορεί να συνταξιοδοτηθεί προκειμένου να στηρίξει το παιδί τους).
Σε περίπτωση λύσης του γάμου μεταξύ των γονέων: το δικαίωμα ασκείται από το γονέα που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου, αναπήρου τέκνου με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.
Για σύνταξη λόγω αναπηρίας του/της συζύγου απαιτείται 10ετής έγγαμος βίος.
Για την άσκηση του δικαιώματος από τον αδελφό/ή πρέπει για τουλάχιστον μία πενταετία πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης να έχει οριστεί δικαστικός συμπαραστάτης του/της αδελφού/ής με αμετάκλητη δικαστική απόφαση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας ή ο ανάπηρος αδελφός να συνοικεί αποδεδειγμένα με τον αιτούντα τη σύνταξη αδελφό/ή και να τον βαρύνει.
Επίσης οι δύο αδελφοί να είναι ορφανοί από τους δύο γονείς ή ο εν ζωή γονέας να είναι ανάπηρος με ποσοστό 67% και άνω ή να έχει συμπληρώσει το 75ο έτος της ηλικίας του ή σε περίπτωση που και οι δύο γονείς των αδελφών είναι εν ζωή θα πρέπει και οι δύο είναι ανάπηροι με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω ή να έχουν συμπληρώσει το 75ο έτος της ηλικίας.
Πηγή: ieidiseis.gr





