Η εισαγγελική πρόταση για παραπομπή του Χρήστου Τριαντόπουλου στο Ειδικό Δικαστήριο προκάλεσε πλήθος δημοσιευμάτων και πολιτικών σχολίων, αρκετά από τα οποία δημιουργούν την εντύπωση ότι πρόκειται για απόφαση καταδίκης ή για βαρύ κακούργημα. Η πραγματική νομική εικόνα είναι αρκετά διαφορετική.
Καταρχάς, δεν έχει εκδοθεί απόφαση παραπομπής. Πρόκειται για την πρόταση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτρη Μητρουλιά προς το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο θα αποφασίσει εάν ο πρώην υφυπουργός θα οδηγηθεί τελικά σε δίκη.
Η μοναδική κατηγορία που εξετάζεται σε βάρος του Χρήστου Τριαντόπουλου είναι η παράβαση καθήκοντος, ένα αδίκημα πλημμεληματικού και όχι κακουργηματικού χαρακτήρα. Δεν του αποδίδεται οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του σιδηροδρομικού δυστυχήματος ή για τον θάνατο των 57 ανθρώπων.
Επίσης, δεν προκύπτει κατηγορία ότι ο ίδιος εκτέλεσε χωματουργικές εργασίες ή χειρίστηκε μηχανήματα στον χώρο. Το ποινικό σκέλος αφορά τους χειρισμούς των ημερών που ακολούθησαν την τραγωδία και εξετάζεται κυρίως υπό το πρίσμα της παράλειψης: εάν, δηλαδή, λόγω της τότε κυβερνητικής του ιδιότητας, είχε συγκεκριμένο υπηρεσιακό καθήκον να παρέμβει και δεν το έπραξε.
Πρόκειται για μια κρίσιμη διάκριση, καθώς απέχει σημαντικά από τη δημόσια εικόνα που επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί περί προσωπικής εντολής ή άμεσης συμμετοχής του στις εργασίες. Για να στοιχειοθετηθεί η παράβαση καθήκοντος δεν αρκεί απλώς η παρουσία ενός κυβερνητικού στελέχους στην περιοχή. Πρέπει να αποδειχθεί ότι είχε σαφώς προσδιορισμένη αρμοδιότητα, ότι παραβίασε εν γνώσει του το συγκεκριμένο καθήκον και ότι ενήργησε με τον ειδικό σκοπό που απαιτεί ο Ποινικός Κώδικας.
Αυτά ακριβώς τα στοιχεία αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο της δικαστικής αξιολόγησης. Ο Χρήστος Τριαντόπουλος έχει αρνηθεί την κατηγορία, επισημαίνοντας ότι δεν διέθετε επιχειρησιακή αρμοδιότητα επί του πεδίου και δεν συμμετείχε στη λήψη των επίμαχων αποφάσεων. Η θέση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, αφού το βασικό νομικό ερώτημα είναι εάν μπορούσε θεσμικά να διατάξει ή να εμποδίσει τις εργασίες.
Ακόμη και η αναφορά σε «Ειδικό Δικαστήριο» δεν πρέπει να οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα για τη βαρύτητα της κατηγορίας. Η συγκεκριμένη διαδικασία προβλέπεται λόγω της υπουργικής ιδιότητας που είχε ο Χρήστος Τριαντόπουλος κατά τον επίμαχο χρόνο και όχι επειδή του αποδίδεται κάποιο κακούργημα.
Παράλληλα, η εισαγγελική πρόταση δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστικό Συμβούλιο. Οι ανώτατοι δικαστές μπορούν να την υιοθετήσουν ή να καταλήξουν σε διαφορετική κρίση, εξετάζοντας το σύνολο των στοιχείων και των υπερασπιστικών ισχυρισμών.
Η εξέλιξη είναι αναμφίβολα σοβαρή, αλλά τα πραγματικά δεδομένα απέχουν από τους δραματικούς τίτλους. Ο Χρήστος Τριαντόπουλος βρίσκεται αντιμέτωπος με μία πλημμεληματική κατηγορία, η οποία στηρίζεται στην αξιολόγηση πιθανής υπηρεσιακής παράλειψης και όχι σε άμεση συμμετοχή στην τραγωδία ή στις εργασίες του πεδίου. Δεν υπάρχει καταδίκη, ούτε καν οριστική απόφαση παραπομπής, ενώ μέχρι την τελική κρίση της Δικαιοσύνης ισχύει στο ακέραιο το τεκμήριο της αθωότητάς του.





