Η οικονομία της Γερμανίας αδυνατεί να σηκώσει «κεφάλι» αφότου ξέσπασε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Και η εξήγηση είναι προφανής. Η κυριαρχία της γερμανικής οικονομίας οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στο φτηνό φυσικό αέριο που προμηθευόταν από τη Ρωσία, γεγονός που προσέφερε συγκριτικό πλεονέκτημα στη βαριά βιομηχανία της.
Το κλείσιμο των αγωγών που ένωναν ενεργειακά τις δύο χώρες, αποτέλεσε την αρχή για τα δεινά. Σήμερα η Γερμανία, όπως προκύπτει από στοιχεία που συγκέντρωσε η Berliner Zeitung, πληρώνει πέντε φορές ακριβότερα για το εισαγόμενο φυσικό αέριο.
Πλέον το Βερολίνο είναι αναγκασμένο να βασίζεται στην ευμετάβλητη διεθνή αγορά ενέργειας, η οποία επιπλέον κλυδωνίζεται από μια σειρά κρίσεων με τελευταία τον πόλεμο που κήρυξαν ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν, το οποίο είχε ως συνέπεια και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Το χειρότερο για τη Γερμανία, που κάποτε αποτελούσε την ατμομηχανή της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, είναι πως εφησυχασμένη από την ενεργειακή αφθονία που τις προσέφερε το φτηνό ρωσικό αέριο, υποβάθμισε τις εναλλακτικές πηγές, αδιαφορώντας για το LNG και καταργώντας την πυρηνική ενέργεια. Ο συνδυασμός αυτός επέφερε ένα ισχυρό πλήγμα στον γερμανικό βιομηχανικό τομέα, ο οποίος την τελευταία 5ετία χάνει διαρκώς έδαφος στον διεθνή ανταγωνισμό.
Πριν από την επιβολή των κυρώσεων στη Μόσχα και το κλείσιμο των αγωγών, η Ρωσία κάλυπτε το 55% των αναγκών της Γερμανίας. Σήμερα, η χώρα αναγκάζεται να προμηθεύεται φυσικό αέριο από τη Νορβηγία (44%), από την Ολλανδία (24%) και από το Βέλγιο (21%), ενώ το υπόλοιπο μέρος καλύπτεται από το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο LNG.
12 ευρώ η μεγαβατώρα επί Ρωσίας, 60 ευρώ σήμερα
Σύμφωνα με την Berliner Zeitung, η τιμή εισαγωγής του φυσικού αερίου στη Γερμανία αυξήθηκε από τα 12 ευρώ ανά μεγαβατώρα το 2020, όταν εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε ισχύ τα μακροπρόθεσμα συμβόλαια με τη Ρωσία, σε περισσότερα από 60 ευρώ αυτή την εβδομάδα, εν μέσω της συνεχιζόμενης ανταλλαγής πληγμάτων μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν.
«Τα παλαιά ρωσικά συμβόλαια ήταν φθηνότερα από την τιμή της αγοράς», ανέφερε το γερμανικό μέσο ενημέρωσης, προσθέτοντας ότι η Γερμανία δεν θα μπορούσε να αυξήσει τις εισαγωγές φυσικού αερίου, ακόμη και αν αυτό κρινόταν αναγκαίο, καθώς «οι αγωγοί από τη Νορβηγία λειτουργούν ήδη στο μέγιστο της δυναμικότητάς τους» και «δεν μπορούν να μεταφέρουν πολύ μεγαλύτερες ποσότητες».
Δύο χρονιές σε ύφεση η Γερμανία – Οριακή ανάπτυξη για φέτος
Η απόφαση εγκατάλειψης της φθηνής ρωσικής ενέργειας διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην επιβράδυνση της γερμανικής οικονομίας. Η οικονομία της χώρας συρρικνώθηκε τόσο το 2023 όσο και το 2024, καταγράφοντας την πρώτη διαδοχική ετήσια ύφεση εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες, ενώ για φέτος προβλέπεται ανάπτυξη μόλις 0,5%.
Οι εταιρικές πτωχεύσεις αυξήθηκαν επίσης κατά περισσότερο από 22% σε καθένα από τα δύο αυτά έτη, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία. Τη Δευτέρα, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς αναγνώρισε ότι η ενεργειακή κρίση προκλήθηκε από «την έλλειψη ρωσικού φυσικού αερίου».
Η Μόσχα έχει δηλώσει ότι είναι έτοιμη να επαναλάβει τις παραδόσεις φυσικού αερίου μέσω του αγωγού Nord Stream που παρέμεινε λειτουργικός μετά την επίθεση δολιοφθοράς του 2022, ωστόσο, όπως αναφέρεται, δεν έχει λάβει καμία απάντηση από το Βερολίνο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επίσης δεσμευτεί να τερματίσει όλες τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου έως το 2027, με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, να δηλώνει τον Μάρτιο ότι οι Βρυξέλλες θα επιμείνουν σε αυτή την πορεία, ακόμη και σε περίπτωση πραγματικών ελλείψεων φυσικού αερίου ή κινδύνου διακοπών στην ηλεκτροδότηση.
Πηγή: ieidiseis.gr





