Την ανάγκη να προχωρήσει η Ευρώπη στη δημιουργία νέου πλούτου αντί για την απλή αναδιανομή των υφιστάμενων πόρων, αναδεικνύει σε άρθρο του ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης. Με άξονα την επικείμενη μετάβαση στο 6G, καταθέτει μια ρηξικέλευθη πρόταση για τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης Ραδιοφάσματος, τονίζοντας πως ο τερματισμός του κατακερματισμού στις τηλεπικοινωνίες αποτελεί το «κλειδί» για τη χρηματοδότηση της ψηφιακής μετάβασης, της τεχνητής νοημοσύνης και της ευρωπαϊκής άμυνας.
Ακολουθεί ολόκληρο το άρθρο του Κυριάκου Πιερρακάκη:
Για να δημιουργήσει πλούτο, η Ευρώπη πρέπει να καρπωθεί τα μερίσματα του ραδιοφάσματος. Η ΕΕ δεν μπορεί να ζητά από τις τηλεπικοινωνίες της να ανταγωνιστούν σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ οργανώνει έναν από τους σημαντικότερους τομείς της σε εθνικό επίπεδο.
Καθώς η ΕΕ συζητά τον επόμενο κοινό προϋπολογισμό της, μια παραδοχή έχει παραμείνει σε μεγάλο βαθμό στο απυρόβλητο: ότι παρά τις διευρυνόμενες φιλοδοξίες της Ευρώπης, οι πόροι της είναι σταθεροί. Η άμυνα, η τεχνητή νοημοσύνη και η πράσινη μετάβαση απαιτούν μεγαλύτερες επενδύσεις. Έχει γίνει μια γνώριμη άσκηση αναδιανομής το να ρωτάμε πώς θα πρέπει να μοιραστούν οι υφιστάμενοι πόροι μεταξύ ανταγωνιστικών προτεραιοτήτων. Αυτό είναι το λάθος ερώτημα.
Οι μεγαλύτερες πρόοδοι της Ευρώπης σπάνια προήλθαν από την αναδιανομή του πλούτου. Προήλθαν από τη δημιουργία του. Η ενιαία αγορά μεγέθυνε την ευρωπαϊκή οικονομία. Το ευρώ εμβάθυνε τη χρηματοπιστωτική ενοποίηση. Σε αποφασιστικές στιγμές, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αύξησε την παραγωγική ικανότητα της Ευρώπης προτού αυξήσει τη δημοσιονομική της ικανότητα. Αντί να ρωτάμε μόνο πού μπορεί να βρει νέα έσοδα η Ευρώπη, θα πρέπει επίσης να αναρωτηθούμε εάν η Ευρώπη κατέχει ήδη στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία, η αξία των οποίων θα μπορούσε να πολλαπλασιαστεί μέσω της βαθύτερης ενοποίησης.
Ένα τέτοιο περιουσιακό στοιχείο είναι το ραδιοφάσμα. Κάθε εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης, διασυνδεδεμένο εργοστάσιο και ψηφιακή δημόσια υπηρεσία εξαρτάται τελικά από αυτό. Ωστόσο, παρά την οικοδόμηση μιας ενιαίας αγοράς αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων και ανθρώπων, η ΕΕ εξακολουθεί να οργανώνει έναν από τους πιο στρατηγικούς οικονομικούς της πόρους μέσω 27 ξεχωριστών καθεστώτων αδειοδότησης. Η Ευρώπη δεν μπορεί να ζητά από τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών της να ανταγωνιστούν σε παγκόσμιο επίπεδο, την ώρα που οργανώνει έναν από τους σημαντικότερους τομείς της σε εθνικό επίπεδο.
Αυτός ο κατακερματισμός γίνεται όλο και πιο δαπανηρός. Οι τηλεπικοινωνίες δεν αποτελούν πλέον απλώς έναν ακόμη τομέα υποδομών. Είναι η πλατφόρμα πάνω στην οποία χτίζεται η ψηφιακή οικονομία. Η τεχνητή νοημοσύνη, το υπολογιστικό νέφος, οι αμυντικές επικοινωνίες και ο βιομηχανικός αυτοματισμός εξαρτώνται από ανθεκτικά δίκτυα υψηλής χωρητικότητας. Κι όμως, οι πάροχοι εξακολουθούν να επενδύουν σύμφωνα με 27 διαφορετικά ημερολόγια δημοπρασιών, διάρκειες αδειών, πλαίσια ανανέωσης και ρυθμιστικούς όρους.
Ο κατακερματισμός αυξάνει τη ρυθμιστική αβεβαιότητα, ανεβάζει το κόστος κεφαλαίου, περιπλέκει τον μακροπρόθεσμο επενδυτικό σχεδιασμό και καθυστερεί την ανάπτυξη των δικτύων. Η μετάβαση από το 5G στο 6G προσφέρει μια σπάνια ευκαιρία να διορθωθεί αυτό. Τα επόμενα χρόνια, οι κύριες ζώνες ραδιοφάσματος 5G θα απαιτήσουν σταδιακά ανανέωση σε ολόκληρη την Ευρώπη. Παράλληλα, η ανώτερη ζώνη των 6 GHz (6425–7125 MHz) δεν έχει ακόμη εκχωρηθεί. Αντί να υπάρχουν 27 ανεξάρτητες διαδικασίες αδειοδότησης, η Ευρώπη θα πρέπει να δημιουργήσει μια Ευρωπαϊκή Ένωση Ραδιοφάσματος.
Το ραδιοφάσμα θα παρέμενε ιδιοκτησία των κρατών μελών και οι υφιστάμενες άδειες θα γίνονταν πλήρως σεβαστές μέχρι τη λήξη τους. Το μελλοντικό στρατηγικό ραδιοφάσμα θα κατανέμεται εντός ενός ευρωπαϊκού πλαισίου, με συντονισμένα ημερολόγια ανανέωσης, εναρμονισμένους όρους αδειοδότησης και κοινά τεχνικά πρότυπα καθώς και πρότυπα ασφαλείας. Τα οικονομικά οφέλη θα ήταν τεράστια: μεγαλύτερη ρυθμιστική βεβαιότητα, βελτιωμένος μακροπρόθεσμος επενδυτικός σχεδιασμός, μειωμένο κόστος χρηματοδότησης και ταχύτερη ανάπτυξη των δικτύων 6G. Κάτι τέτοιο θα ενίσχυε το οικοσύστημα τηλεπικοινωνιών και την τεχνολογική βάση της ΕΕ. Η καλύτερη πολιτική ραδιοφάσματος αποτελεί ταυτόχρονα και βιομηχανική πολιτική.
Υπάρχει και ένα δεύτερο μέρισμα. Οι εκχωρήσεις ραδιοφάσματος δημιουργούν δημόσια έσοδα τα οποία σήμερα καταλήγουν σχεδόν εξ ολοκλήρου στους εθνικούς προϋπολογισμούς. Σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση Ραδιοφάσματος, αν και τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να αποφασίσουν να διακρατήσουν μέρος των εσόδων, ο στόχος θα πρέπει να είναι η διοχέτευση έως και του 75% των μελλοντικών εσόδων στον προϋπολογισμό της ΕΕ ως ενός νέου ιδίου πόρου, με το υπόλοιπο 25% να κεφαλαιοποιεί μια διευκόλυνση συνδεσιμότητας και τεχνολογίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.
Επειδή η ΕΤΕπ μπορεί να μοχλεύσει τα κεφάλαιά της μέσω δανεισμού από τις αγορές, αυτό το ένα τέταρτο των εσόδων θα μπορούσε να στηρίξει επενδύσεις που θα ξεπερνούν κατά πολύ την ονομαστική τους αξία, χρηματοδοτώντας υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, κβαντικές τεχνολογίες και νέα ψηφιακά δίκτυα. Αντί να αναδιανέμει μια σταθερή δεξαμενή πόρων, η πρόταση αυτή θα διεύρυνε την επενδυτική ικανότητα της Ευρώπης.
Επιπλέον, ευθυγραμμίζεται με το δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρώπης. Επειδή τα έσοδα από το ραδιοφάσμα δεν αντιμετωπίζονται ως διακριτικά μέτρα εσόδων βάσει των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ, τα κράτη μέλη έχουν λιγότερους λόγους να διακρατήσουν αυτά τα εφάπαξ έσοδα σε σχέση με τα προηγούμενα δημοσιονομικά καθεστώτα. Αυτό δημιουργεί μια ευκαιρία να ανακατευθυνθεί ένα σημαντικό μερίδιο της αξίας τους προς τα ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά, διατηρώντας παράλληλα την ευελιξία για τα κράτη μέλη να κρατήσουν μέρος των εσόδων.
Ο στόχος δεν είναι να συντονιστεί το ραδιοφάσμα απλώς και μόνο επειδή η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερους «ιδίους πόρους». Στόχος είναι η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς συνδεσιμότητας, διότι η Ευρώπη χρειάζεται ισχυρότερες επενδύσεις, πιο ανταγωνιστικές αγορές τηλεπικοινωνιών και μεγαλύτερη τεχνολογική κλίμακα.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το ραδιοφάσμα αποτελεί εθνική αρμοδιότητα. Έχουν δίκιο. Όμως, πολλές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ΕΕ ξεκίνησαν ως εθνικές αρμοδιότητες, προτού η οικονομική πραγματικότητα καταστήσει τη βαθύτερη ενοποίηση ως την καλύτερη επιλογή. Το ερώτημα δεν είναι αν τα κράτη μπορούν να διαχειριστούν το ραδιοφάσμα μεμονωμένα, αλλά αν ο κατακερματισμός είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να οργανωθεί ένα στρατηγικό περιουσιακό στοιχείο σε μια ηπειρωτική ψηφιακή οικονομία. Δεν είναι.
Η ιστορία της Ευρώπης προχώρησε μέσα από τη συνένωση στρατηγικών πόρων. Ο άνθρακας και ο χάλυβας τροφοδότησαν τη βιομηχανική εποχή. Σήμερα, η συνδεσιμότητα τροφοδοτεί την ψηφιακή εποχή. Ο προϋπολογισμός της ΕΕ δεν θα πρέπει απλώς να καθορίζει πώς θα δαπανηθούν οι πόροι της Ευρώπης. Θα πρέπει επίσης να καθορίζει πώς θα δημιουργηθούν.
Πηγή: ieidiseis.gr





