Υπάρχουν θεσμοί που αντέχουν στον χρόνο επειδή εξακολουθούν να υπηρετούν έναν σκοπό. Και υπάρχουν παραδόσεις που επιβιώνουν απλώς επειδή κανείς δεν τόλμησε να αναρωτηθεί δημοσίως αν έχουν πλέον οποιοδήποτε νόημα.
Το πολιτικό πανηγύρι που στήνεται κάθε Σεπτέμβριο γύρω από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης ανήκει, κατά τη γνώμη μου, ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Δεν αναφέρομαι προφανώς στην ίδια την εμπορική και εκθεσιακή δραστηριότητα της ΔΕΘ. Αυτή μπορεί και πρέπει να υπάρχει, να εκσυγχρονιστεί, να διεθνοποιηθεί και να αποτελέσει πραγματικό οικονομικό γεγονός για τη Θεσσαλονίκη και τη χώρα.
Αναφέρομαι σε όλο αυτό το κιτς πολιτικό θέαμα που έχει χτιστεί γύρω της.
Για ένα Σαββατοκύριακο η Θεσσαλονίκη γεμίζει υπουργούς, υφυπουργούς, βουλευτές, πολιτευτές, επίδοξους πολιτευτές, κομματικά στελέχη και ψωροστελέχη κάθε διαμετρήματος. Άνθρωποι που επί μήνες μπορεί να μην έχουν ανταλλάξει ούτε καλημέρα, ξαφνικά συναντιούνται σε τραπέζια, καφέ, λόμπι ξενοδοχείων και κομματικές εκδηλώσεις.
Οι ταβέρνες γεμίζουν, οι καφετέριες γεμίζουν, τα ξενοδοχεία γεμίζουν και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πλημμυρίζουν από φωτογραφίες, χειραψίες και χαμόγελα. Ολόκληρη η πολιτική τάξη υποδύεται για ένα διήμερο ότι βρίσκεται στην καρδιά κάποιου εξαιρετικά σημαντικού θεσμικού γεγονότος.
Μόνο που θεσμικό γεγονός, με την ουσιαστική έννοια του όρου, δεν υπάρχει.
Υπάρχει κυρίως επικοινωνία.
Εδώ και δεκαετίες έχουμε αποδεχθεί περίπου ως φυσικό νόμο ότι στις αρχές Σεπτεμβρίου ο εκάστοτε πρωθυπουργός πρέπει να ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη και να ανακοινώνει τι θα πάρει ο καθένας.
Τόση αύξηση στους συνταξιούχους. Τόσο επίδομα στη μία κοινωνική ομάδα. Τόση φορολογική ελάφρυνση στην άλλη. Τόσα ευρώ εδώ, τόσα εκατομμύρια εκεί.
Και ολόκληρη η χώρα περιμένει.
«Τι θα δώσει στη ΔΕΘ;»
Ακόμη και η συγκεκριμένη φράση είναι αποκαλυπτική μιας βαθιά προβληματικής πολιτικής κουλτούρας. Ο πρωθυπουργός δεν «δίνει» τίποτε από την τσέπη του. Η κυβέρνηση διαχειρίζεται δημόσιους πόρους και οφείλει να ασκεί οικονομική πολιτική μέσα από θεσμικές διαδικασίες, προϋπολογισμούς, νόμους, μελέτες και μετρήσιμους στόχους.
Γιατί, λοιπόν, η οικονομική πολιτική μιας ευρωπαϊκής χώρας του 2026 πρέπει να παρουσιάζεται σαν τον μποναμά ενός πρωθυπουργού από το βήμα μιας εμπορικής έκθεσης;
Και γιατί ένας εργαζόμενος ή ένας συνταξιούχος πρέπει να περιμένει τον Σεπτέμβριο για να πληροφορηθεί αν η κυβέρνηση θα του προσθέσει μερικά ευρώ στον μισθό ή στη σύνταξή του;
Αν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για μια μόνιμη φορολογική μεταρρύθμιση, ας κατατεθεί στη Βουλή. Αν χρειάζεται αύξηση των συντάξεων, ας τεκμηριωθεί και ας νομοθετηθεί. Αν υπάρχει ανάγκη στήριξης μιας κοινωνικής ομάδας, ας παρουσιαστούν τα στοιχεία και το σχέδιο.
Αυτό λέγεται λειτουργία του κράτους.
Το να περιμένουμε μια ομιλία στη Θεσσαλονίκη για να ακούσουμε το ετήσιο «πακέτο» λέγεται πολιτικό μάρκετινγκ.
Και μετά έρχεται η δεύτερη πράξη της παράστασης: η αντιπολίτευση.
Εκεί αρχίζει συνήθως η αντίστροφη δημοπρασία. Αν η κυβέρνηση υποσχεθεί δέκα, κάποιος θα βρεθεί να υποσχεθεί δεκαπέντε. Αν ανακοινώσει μία φορολογική ελάφρυνση, θα πληροφορηθούμε γιατί θα μπορούσε να είναι διπλάσια. Αν μοιράσει ένα δισεκατομμύριο, κάποιος θα εξηγήσει με περισσή βεβαιότητα ότι υπάρχουν άλλα δύο, τρία ή πέντε δισεκατομμύρια διαθέσιμα – αρκεί φυσικά να κυβερνήσει εκείνος.
Έτσι ολοκληρώνεται κάθε χρόνο ο κύκλος της πολιτικής πλειοδοσίας.
Και φυσικά από το ετήσιο τελετουργικό δεν θα μπορούσε να λείπει η καθιερωμένη «επαναστατική γυμναστική» ενός μέρους του επαγγελματικού συνδικαλισμού.
Κάθε Σεπτέμβριο, σχεδόν με την ακρίβεια ημερολογιακού ραντεβού, βλέπουμε ξανά τις ίδιες πορείες, τα ίδια πανό, τις ίδιες ντουντούκες, τα ίδια συνθήματα και συχνά τα ίδια πρόσωπα στην πρώτη γραμμή.
Μερικές βόλτες στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, μερικές υψωμένες γροθιές μπροστά στις κάμερες, μια καταγγελία για την «αντιλαϊκή πολιτική» της εκάστοτε κυβέρνησης και η ετήσια επαναστατική υποχρέωση εξετελέσθη.
Και εδώ υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση που σπανίως συζητείται.
Διότι άλλο πράγμα είναι ο εργαζόμενος που διαδηλώνει επειδή πραγματικά δυσκολεύεται να βγάλει τον μήνα και διεκδικεί καλύτερο μισθό και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας – και αυτό αποτελεί αναφαίρετο δημοκρατικό δικαίωμά του – και άλλο ο βολεμένος επαγγελματικός συνδικαλισμός που έχει μετατρέψει την εκπροσώπηση των εργαζομένων σε καριέρα.
Εκείνος που βρίσκεται χρόνια απομακρυσμένος από την πραγματική καθημερινότητα του χώρου εργασίας, αλλά κάθε Σεπτέμβριο θυμάται ξανά ότι πρέπει να φορέσει το αγωνιστικό του κοστούμι, να κάνει την καθιερωμένη πορεία και να δικαιολογήσει πολιτικά την παρουσία, τον ρόλο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τις απολαβές που συνοδεύουν τη συνδικαλιστική του θέση.
Δεν είναι αυτό συνδικαλισμός.
Είναι τελετουργία.
Και το χειρότερο είναι ότι η τελετουργία αυτή τελικά αδικεί τους ίδιους τους εργαζομένους. Γιατί τα πραγματικά προβλήματα της εργασίας – οι χαμηλοί μισθοί, η ακρίβεια, η ανασφάλεια, οι συνθήκες στους χώρους δουλειάς – είναι πολύ σοβαρά για να εξαντλούνται σε μια ετήσια παρέλαση πανό στη Θεσσαλονίκη.
Έτσι έχουμε πλέον ολόκληρο το έργο.
Η κυβέρνηση μοιράζει. Η αντιπολίτευση πλειοδοτεί. Οι πολιτευτές φωτογραφίζονται. Τα κομματικά στελέχη δικτυώνονται. Οι επαγγελματίες συνδικαλιστές διαδηλώνουν. Τα τηλεοπτικά συνεργεία καταγράφουν. Και όλοι μαζί αναπαράγουν έναν μηχανισμό που κάθε Σεπτέμβριο πείθει τον εαυτό του ότι κάτι εξαιρετικά σημαντικό συμβαίνει στη χώρα.
Και τη Δευτέρα;
Όλοι επιστρέφουν εκεί απ’ όπου ήρθαν.
Οι υπουργοί στα υπουργεία, οι πολιτευτές στις περιφέρειές τους, οι συνδικαλιστές στις καρέκλες τους, οι δημοσιογράφοι στις αίθουσες σύνταξης και οι πολίτες στην ίδια καθημερινότητα που είχαν και την προηγούμενη Παρασκευή.
Πολιτική όμως δεν είναι να στήνεις μια παράσταση για ένα Σαββατοκύριακο.
Πολιτική είναι να χτίζεις κράτος που λειτουργεί όταν σβήσουν οι κάμερες.
Είναι να παρουσιάζεις τετραετή σχέδια με συγκεκριμένους στόχους και να λογοδοτείς για το αν τους πέτυχες. Να εξηγείς από πού θα βρεθούν τα χρήματα. Να μετράς αποτελέσματα. Να κάνεις μεταρρυθμίσεις που ενδεχομένως δεν χωρούν σε ένα τηλεοπτικό soundbite. Να λύνεις προβλήματα τον Φεβρουάριο, τον Μάιο και τον Νοέμβριο και όχι να συσσωρεύεις εξαγγελίες για το πρώτο Σαββατοκύριακο του Σεπτεμβρίου.
Και κυρίως, πολιτική είναι να αντιμετωπίζεις τον πολίτη ως ενήλικο φορολογούμενο και όχι ως κάποιον που περιμένει κάθε χρόνο να ανοίξει το σακούλι των παροχών.
Θα μου πει κάποιος ότι η ΔΕΘ αποτελεί παράδοση δεκαετιών.
Και λοιπόν;
Οι δημοκρατίες δεν είναι λαογραφικά μουσεία. Ό,τι δεν εξυπηρετεί πλέον θεσμική ανάγκη μπορεί να αλλάζει.
Ας παραμείνει η ΔΕΘ μια μεγάλη διεθνής έκθεση. Ας γίνει ακόμη μεγαλύτερη. Ας προσελκύσει επιχειρήσεις, επενδύσεις, τεχνολογία, πανεπιστήμια, startups και ξένες αποστολές. Ας γίνει πραγματικό διεθνές οικονομικό γεγονός που θα φέρνει χρήμα και εξωστρέφεια στη Θεσσαλονίκη.
Αλλά ας τελειώσουμε με την ετήσια πολιτική φιέστα.
Δεν χρειάζεται ο πρωθυπουργός να εμφανίζεται ως κομιστής παροχών. Δεν χρειάζεται η αντιπολίτευση να ανεβαίνει μία εβδομάδα αργότερα για να παρουσιάσει τον δικό της κατάλογο υποσχέσεων. Δεν χρειάζεται μια στρατιά κομματικών στελεχών και πολιτευτών να μετακομίζει για ένα Σαββατοκύριακο στη Θεσσαλονίκη για να γεμίσει τα social media με φωτογραφίες.
Και δεν χρειάζεται ούτε ο επαγγελματικός συνδικαλισμός να πραγματοποιεί την ετήσια επαναστατική του παρέλαση για να αποδείξει ότι εξακολουθεί να αγωνίζεται.
Έχουμε Βουλή. Έχουμε προϋπολογισμό. Έχουμε υπουργεία. Έχουμε θεσμούς. Έχουμε συνδικάτα που μπορούν να διεκδικούν 365 ημέρες τον χρόνο.
Ας τα χρησιμοποιήσουμε.
Και επειδή κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες ακούω τι θα υποσχεθεί ο ένας, τι θα εξαγγείλει ο άλλος, ποιος θα δώσει περισσότερα και ποιος θα φωνάξει δυνατότερα, έχω αρχίσει να σκέφτομαι ότι υπάρχει μία προεκλογική υπόσχεση που θα άκουγα με πραγματικό ενδιαφέρον:
«Θα καταργήσω το πολιτικό πανηγύρι της ΔΕΘ».
Ομολογώ ότι αυτόν θα τον κοίταζα πολύ σοβαρά για την ψήφο μου.
Όχι για το επίδομα.
Για την κατάργηση του πανηγυριού.





