Μπορεί να έχει υποχωρήσει σημαντικά η ανεργία, αλλά ο μέσος μισθός κινείται σε χαμηλότερο ονομαστικά επίπεδο από το 2010, ενώ ο πραγματικός βασικός μισθός είναι 700 ευρώ (αγοραστική δύναμη) έναντι 751 € που υπογράφηκε η τελευταία Εθνική Συλλογική Σύμβαση πριν 16 χρόνια.
Όμως, το κυριότερο είναι ότι στη σκιά κάθε ανέργου, όπως τον καταγράφει η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία (ΕΛΣΤΑΤ), κρύβονται σχεδόν άλλοι δύο (εγγεγραμμένοι στην ΔΥΠΑ/ΟΑΕΔ) άνεργοι: 354.904 άνεργοι στην ΕΛΣΤΑΤ, 915.889 στο μητρώο της ΔΥΠΑ.
Αυτή η απόσταση αποτελεί το πιο εντυπωσιακό εύρημα ανάμεσα στη στατιστική ανεργία και στο διοικητικό μητρώο της δημόσιας υπηρεσίας απασχόλησης.
Σύμφωνα με μελέτη των εργαζομένων στον (πρώην) ΟΑΕΔ (Πανελλήνιος Σύλλογος/ΠΑΝΣΥΠΟ), τον Δεκέμβριο του 2025 η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραφε 354.904 στατιστικά ανέργους. Τον ίδιο μήνα η ΔΥΠΑ είχε 915.889 εγγεγραμμένους, δηλαδή 560.985 περισσότερους.
Το 45,6% των εγγεγραμμένων παρέμενε στο μητρώο επί τουλάχιστον δώδεκα μήνες.
Οι δύο μετρήσεις έχουν διαφορετικούς ορισμούς και δεν πρέπει να συγχέονται. Η απόσταση όμως έχει αυξηθεί εντυπωσιακά. Το 2019 αντιστοιχούσαν 1,46 εγγεγραμμένοι στη ΔΥΠΑ (ΟΑΕΔ) ανά στατιστικά άνεργο. Το 2025 ο λόγος είχε φτάσει στο 2,58 προς 1.
Απολύονται και επαναπροσλαμβάνονται
Σε συγκριτική έρευνα του ΠΑΝΣΥΠΟ σε 22 κράτη-μέλη της ΕΕ, η ελληνική απόκλιση, +158%, ήταν η μεγαλύτερη στο συγκεκριμένο δείγμα. Η σύγκριση δεν αποτελεί επίσημη κατάταξη της Eurostat, καθώς τα διοικητικά μητρώα κάθε χώρας λειτουργούν με διαφορετικούς κανόνες. Θέτει όμως ένα ερώτημα που δεν μπορεί να μένει αναπάντητο:
Ποιοι είναι οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που παραμένουν συνδεδεμένοι με τη ΔΥΠΑ χωρίς να καταγράφονται ως στατιστικά άνεργοι και τι ακριβώς κάνει η δημόσια υπηρεσία απασχόλησης για την επανένταξή τους;
Μια πρώτη απάντηση δίνουν τα στοιχεία των προλήψεων-απολύσεων.
Το 2025 έγιναν 3.383.976 προσλήψεις. Λίγο λιγότερες ήταν και οι απολύσεις. Αυτό σημαίνει ότι το σύνολο του εργατικού δυναμικού του (αυστηρά) ιδιωτικού τομέα (2,8 εκ. ψυχές) απολύεται και επαναπροσλαμβάνεται στη διάρκεια του έτους μια και δύο φορές (αν εξαιρεθούν 1 εκ. δημόσιοι υπάλληλοι και μόνιμοι των, πρώην, ΔΕΚΟ και οργανισμών).
Αυτή η ασυνήθιστη κινητικότητα έχει στη βάση της τους χαμηλούς μισθούς (εργαζόμενοι παραιτούνται αναζητώντας καλύτερες συνθήκες), την εποχικότητα της απασχόλησης στην Ελλάδα (τουριστική σεζόν) κ.α. Κατά συνέπεια υπάρχουν πολλά κενά διαστήματα. Τα οποία δεν αναγνωρίζει σαν περιόδους ανεργίας η ΕΛΣΤΑΤ.
Το δεύτερο είναι η έστω ευκαιριακή απασχόληση 2 ωρών την προηγούμενη εβδομάδα. Αυτός ο άνεργος είναι εγγεγραμμένος στις λίστες της ΔΥΠΑ, δεν καταγράφεται όμως από την ΕΛΣΤΑΤ.
Ουσιαστικά η Στατιστική Υπηρεσία καταγράφει τους… μακροχρόνια ανέργους και αγνοεί την ανεργία τριβής. Η οποία είναι από τις υψηλότερες στην Ελλάδα λόγω συνθηκών εργασίας, τουρισμού, μικρών επιχειρήσεων κ.α.
Μακροχρόνια άνεργοι
Το 2025 περίπου 235.500 άνθρωποι παρέμεναν άνεργοι για τουλάχιστον έναν χρόνο και περίπου 155.000 για δύο χρόνια ή περισσότερο. Περισσότεροι από τους μισούς ανέργους της χώρας, το 55,8%, ήταν μακροχρόνια άνεργοι, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αντίστοιχο ποσοστό ήταν περίπου 31,5%. Η μακροχρόνια ανεργία στην Ελλάδα παρέμενε στο 5,0%, έναντι 1,9% στην ΕΕ, δηλαδή 2,6 φορές υψηλότερη.
Και τα πρώτα στοιχεία του 2026 είναι ακόμη πιο αποκαλυπτικά. Στο Α΄ τρίμηνο καταγράφονταν 248.900 μακροχρόνια άνεργοι, εκ των οποίων 114.400 βρίσκονταν χωρίς εργασία επί τέσσερα χρόνια ή περισσότερο.
Υπάρχει ένας αριθμός που θα έπρεπε να απασχολεί πολύ περισσότερο τη δημόσια συζήτηση επισημαίνει η μελέτη της ΠΑΝΣΥΠΟ: στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 36,3% των ανθρώπων που ήταν άνεργοι το 2024 πέρασαν στην απασχόληση το 2025. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό ήταν κάτω από 20%.
Εδώ κρίνεται στην πράξη η αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής απασχόλησης. Όχι μόνο στο πόσοι βγαίνουν στατιστικά από την ανεργία, αλλά στο πόσο γρήγορα μπορεί ένας άνθρωπος που έχασε τη δουλειά του να επιστρέψει σε σταθερή απασχόληση.
Περισσότερες αλλά τι δουλειές;
Η δεύτερη μεγάλη εικόνα της μελέτης αφορά την ποιότητα της απασχόλησης.
Από τα 3.383.976 προσλήψεις το 2025, οι 1.572.294, δηλαδή 46,46%, ήταν μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης. Σχεδόν μία στις δύο νέες προσλήψεις.
Παράλληλα, η ΕΡΓΑΝΗ κατέγραφε 528.313 μισθωτούς με εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας έως 35 ώρες. Η μέση μικτή μηνιαία αμοιβή στη μερική απασχόληση ήταν μόλις 563,30 ευρώ, έναντι 1.397,95 ευρώ στην πλήρη απασχόληση.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 36,2% των εργαζομένων με μερική απασχόληση δήλωνε πως εργαζόταν με αυτόν τον τρόπο επειδή δεν είχε βρει πλήρη εργασία. Στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 16,7%. Η ακούσια μερική απασχόληση παραμένει δηλαδή υπερδιπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η μελέτη καταλήγει σε ένα ακόμη κοινωνικά κρίσιμο εύρημα. Η μέση αμοιβή μερικής απασχόλησης αντιστοιχεί ενδεικτικά σε περίπου 488 ευρώ μετά τις συνήθεις ασφαλιστικές εισφορές, πριν από τυχόν φόρο. Το τελευταίο διαθέσιμο κατώφλι κινδύνου φτώχειας για μονοπρόσωπο νοικοκυριό αντιστοιχεί σε 585 ευρώ τον μήνα. Η σύγκριση αποτελεί εισοδηματικό σημείο αναφοράς και φυσικά δεν συνεπάγεται ότι κάθε εργαζόμενος μερικής απασχόλησης είναι φτωχός. Αναδεικνύει όμως πόσο ανεπαρκές μπορεί να είναι το εισόδημα που βρίσκεται πίσω από τον γενικό χαρακτηρισμό «απασχολούμενος».
Πηγή: ieidiseis.gr





