Του
ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ,
πολιτικού μηχανικού – κατασκευαστή
PPK Constructions
Η αγορά ενός καινούργιου ακινήτου για τη φοιτητική στέγαση ενός παιδιού μπορεί να αποτελεί μια επιλογή με διπλή απόδοση για την οικογένεια. Από τη μία πλευρά, οι γονείς αποφεύγουν για τα χρόνια των σπουδών ένα σημαντικό και διαρκώς αυξανόμενο κόστος ενοικίου και, από την άλλη, αποκτούν ένα περιουσιακό στοιχείο που παραμένει στην ιδιοκτησία τους και μπορεί μελλοντικά να αποφέρει εισόδημα μέσω της ενοικίασης, αλλά και να παρουσιάσει υπεραξία μέσα στα χρόνια. Έτσι, η αγορά της φοιτητικής κατοικίας δεν αποτελεί απλώς μια δαπάνη για τη στέγαση του παιδιού, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως μια μακροπρόθεσμη επένδυση για την οικογένεια.
Η έναρξη της φοιτητικής ζωής φέρνει για αρκετές οικογένειες ένα σημαντικό οικονομικό δίλημμα: ενοίκιο ή αγορά κατοικίας; Σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος στέγασης στις φοιτητουπόλεις παραμένει υψηλό, η δεύτερη επιλογή μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ειδικά όταν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα για την αγορά ενός σύγχρονου ακινήτου σε περιοχή με σταθερή ζήτηση.
Το βασικό πλεονέκτημα της αγοράς είναι ότι τα χρήματα που διαφορετικά θα κατευθύνονταν αποκλειστικά στο ενοίκιο μετατρέπονται σε περιουσιακό στοιχείο. Ενδεικτικά, αν ένα φοιτητικό διαμέρισμα ενοικιάζεται προς 600 ευρώ τον μήνα, το ετήσιο κόστος ανέρχεται σε 7.200 ευρώ. Σε μια τετραετία σπουδών, η οικογένεια θα έχει καταβάλει περίπου 28.800 ευρώ μόνο για ενοίκια, χωρίς να υπολογίζονται πιθανές αυξήσεις των τιμών ή άλλα έξοδα που συνδέονται με τη μίσθωση.
Αντίθετα, στην περίπτωση της αγοράς, το ακίνητο παραμένει στην ιδιοκτησία της οικογένειας και μετά την ολοκλήρωση των σπουδών. Η δαπάνη, επομένως, δεν εξαντλείται στην κάλυψη μιας τετραετούς στεγαστικής ανάγκης. Το σπίτι εξακολουθεί να αποτελεί περιουσιακό στοιχείο, το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί και στο μέλλον. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της συγκεκριμένης επιλογής: το ακίνητο μπορεί να συνεχίσει να αποδίδει ακόμη και όταν το παιδί έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του.
Εφόσον η οικογένεια επιλέξει να το εκμισθώσει στη συνέχεια, μπορεί να δημιουργήσει ένα σταθερό εισόδημα σε βάθος χρόνου. Παράλληλα, εφόσον πρόκειται για ένα ακίνητο σε περιοχή με ζήτηση και χαρακτηριστικά που εξακολουθούν να είναι ελκυστικά για ενοικιαστές και αγοραστές, υπάρχει και η προοπτική αύξησης της αξίας του. Με αυτόν τον τρόπο, η ίδια αγορά μπορεί να συνδυάσει εισόδημα από την αξιοποίηση του ακινήτου και πιθανή υπεραξία σε βάθος χρόνου.
Η επιλογή ενός καινούργιου διαμερίσματος ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή τη λογική. Οι σύγχρονες κατασκευές διαθέτουν καλύτερη ενεργειακή απόδοση, σύγχρονα κουφώματα, αποτελεσματικότερη μόνωση και αποδοτικότερα συστήματα θέρμανσης και ψύξης. Αυτό μπορεί να περιορίσει τις δαπάνες ενέργειας, ενώ τα νεότερα υλικά και οι σύγχρονες εγκαταστάσεις συνεπάγονται, κατά κανόνα, χαμηλότερες ανάγκες συντήρησης σε σχέση με ένα παλαιότερο ακίνητο.
Παράλληλα, ένα καινούργιο ακίνητο μπορεί να έχει μεγαλύτερη ελκυστικότητα και μετά τα χρόνια των σπουδών, όταν η οικογένεια αποφασίσει να το αξιοποιήσει ως επενδυτικό ακίνητο. Η κατάσταση του ακινήτου, η ενεργειακή του απόδοση και η σύγχρονη κατασκευή αποτελούν στοιχεία που μπορούν να διατηρήσουν τη ζήτησή του στην αγορά τόσο από υποψήφιους ενοικιαστές όσο και από μελλοντικούς αγοραστές.
Η επένδυση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία για οικογένειες με περισσότερα παιδιά. Μετά την αποφοίτηση του πρώτου παιδιού, το ίδιο σπίτι μπορεί να χρησιμοποιηθεί από έναν αδελφό που θα ξεκινήσει τις δικές του σπουδές, περιορίζοντας εκ νέου την ανάγκη καταβολής ενοικίου. Σε αυτή την περίπτωση, η αγορά λειτουργεί ουσιαστικά ως μια λύση που μπορεί να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες περισσότερων μελών της οικογένειας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.
Ακόμη και όταν δεν υπάρχει δεύτερο παιδί που θα χρειαστεί φοιτητική στέγη, οι γονείς διατηρούν πολλαπλές επιλογές. Μπορούν να κρατήσουν το ακίνητο και να το εκμισθώσουν, δημιουργώντας ένα πρόσθετο εισόδημα, ή να το πουλήσουν στο μέλλον, εφόσον οι συνθήκες της αγοράς είναι ευνοϊκές και η αξία του έχει αυξηθεί.
Έτσι, η αγορά ενός καινούργιου φοιτητικού ακινήτου μπορεί να αποτελεί για τους γονείς μια επιλογή με ορίζοντα πολύ μεγαλύτερο από τα χρόνια των σπουδών. Από τη μία περιορίζει το κόστος της φοιτητικής στέγασης και από την άλλη δημιουργεί ένα περιουσιακό στοιχείο που μπορεί να αποφέρει εισόδημα από ενοίκιο και να αποκτήσει υπεραξία με την πάροδο του χρόνου. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι το ακίνητο παραμένει στην οικογένεια και μπορεί να αξιοποιηθεί με διαφορετικούς τρόπους, η αγορά του δεν αποτελεί απλώς έξοδο για τις σπουδές ενός παιδιού, αλλά μια επένδυση που μπορεί να συνεχίσει να αποδίδει και μετά την ολοκλήρωσή τους.





