Δύο διαφορετικές εικόνες για την ελληνική αγορά αποτυπώνει η νέα ανάλυση της Goldman Sachs. Από τη μία πλευρά, ο αμερικανικός οίκος εξακολουθεί να βλέπει θετικά τις ελληνικές μετοχές, διατηρώντας overweight στάση για την Ελλάδα για όσο διάστημα αυτή βρίσκεται στις αναδυόμενες αγορές. Από την άλλη, το νέο ενεργειακό ράλι δημιουργεί έναν σημαντικό κίνδυνο για το Euronext Athens, με τις ελληνικές τράπεζες να συγκαταλέγονται στις περισσότερο εκτεθειμένες στην Ευρώπη.
Το ενεργειακό περιβάλλον έχει ήδη επιβαρυνθεί αισθητά. Το πετρέλαιο παραμένει τις τελευταίες ημέρες πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και σήμερα βρίσκεται στα 108 δολάρια, ενώ το φυσικό αέριο στην Ευρώπη έχει φτάσει περίπου στα 83 ευρώ/MWh, επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από τα τέλη του 2022. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η Goldman εξετάζει πώς θα μπορούσε ένα νέο σοκ στις τιμές του αερίου να επηρεάσει τις ευρωπαϊκές αναδυόμενες αγορές.
Το δυσμενές σενάριο προβλέπει ότι το TTF μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 100 ευρώ/MWh, εφόσον οι ενεργειακές ροές παραμείνουν περιορισμένες στην πορεία προς τον χειμώνα. «Εάν οι εξαγωγές ενέργειας στη Μέση Ανατολή δεν ομαλοποιηθούν, οι τιμές TTF του Δεκεμβρίου του 2026 θα χρειαστεί πιθανότατα να ανέβουν πάνω από 100 ευρώ/MWh για να περιοριστεί ουσιαστικά η ζήτηση LNG από την Ασία προκειμένου να καλυφθούν οι απαιτήσεις αποθήκευσης πριν από τη χειμερινή περίοδο», όπως σημειώνει χαρακτηριστικά.
Γιατί Ελλάδα και τράπεζες βρίσκονται ψηλά στη λίστα κινδύνου
Η Goldman επιχειρεί να εντοπίσει ποιες αγορές και ποιοι κλάδοι επηρεάζονται περισσότερο από μια ενεργειακή κρίση, εξετάζοντας αρχικά πώς αντέδρασαν ιστορικά οι μετοχές στις μεταβολές του φυσικού αερίου. Στην εξίσωση συνυπολογίζονται η ανάπτυξη, η πορεία του δολαρίου, τα επιτόκια και οι διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές.
Από τη σύγκριση προκύπτει ότι οι ευρωπαϊκές αναδυόμενες αγορές και ειδικότερα εκείνες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, αλλά και η Ελλάδα, αντιδρούν περισσότερο αρνητικά όταν ανεβαίνει το συμβόλαιο TTF ενός μήνα. Σε καλύτερη θέση βρίσκονται επιλεγμένες ενεργειακά εξαγωγικές αγορές της Μέσης Ανατολής.
Γι’ αυτό και το ενδιαφέρον της ανάλυσης στρέφεται στον MSCI EM EMEA και στις επιμέρους αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, της Ελλάδας, της Τουρκίας, της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής.
Η μεγαλύτερη έκθεση εντοπίζεται στον τραπεζικό κλάδο, κυρίως σε Ελλάδα, Ουγγαρία και Πολωνία, καθώς και σε ορισμένους εγχώριους κυκλικούς κλάδους. Αντίθετα, οι τομείς που συνδέονται με τα εμπορεύματα εμφανίζουν μικρότερη ευαισθησία, ιδιαίτερα όταν βρίσκονται σε χώρες παραγωγής ενέργειας, όπως αυτές της Μέσης Ανατολής.
Η δεύτερη παράμετρος που εξετάζεται είναι τι συνέβη στις μετοχές των αναδυόμενων ευρωπαϊκών αγορών σε προηγούμενα ενεργειακά σοκ, όταν δηλαδή το φυσικό αέριο κατέγραψε απότομη άνοδο ενώ βρισκόταν ήδη σε υψηλές τιμές.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, όταν οι μηνιαίες κινήσεις του TTF ξεπερνούν κατά 1,5-2,0 τυπικές αποκλίσεις τους κινητούς μέσους όρους του προηγούμενου έτους, ο MSCI EM EMEA δέχεται πιέσεις. Δεν είναι, ωστόσο, μόνο η ένταση της ανόδου που έχει σημασία, αλλά και η τιμή από την οποία αυτή ξεκινά.
Όταν το φυσικό αέριο βρισκόταν πάνω από τα 40 ευρώ/MWh –επίπεδο που σε γενικές γραμμές συμβαδίζει με τον μέσο όρο του TTF την τελευταία δεκαετία– οι αποδόσεις σε περιόδους μεγάλων διακυμάνσεων ήταν σταθερά αρνητικές.
Οι χρηματοοικονομικές μετοχές σε Ελλάδα, Ουγγαρία και Τουρκία ήταν μεταξύ εκείνων που υστέρησαν, όπως συνέβη και με τις εταιρείες χημικών και υλικών σε Πολωνία και Νότια Αφρική. Διαφορετική συμπεριφορά παρουσίασαν οι παραγωγοί ενέργειας, οι οποίοι αποδείχθηκαν περισσότερο ανθεκτικοί.
Η τρίτη προσέγγιση της Goldman συνδυάζει τα παραπάνω δεδομένα σε μία συνολική κατάταξη κινδύνου. Και πάλι, οι τράπεζες αναδεικνύονται ως ο πλέον ευαίσθητος κλάδος σε μεγάλο μέρος των αναδυόμενων αγορών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής. Η Goldman το συνδέει με το υψηλό beta τους απέναντι στη γενικότερη κατάσταση της εγχώριας οικονομίας, με Ουγγαρία, Ελλάδα και Πολωνία να ξεχωρίζουν.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται η τουρκική βιομηχανία και το πολωνικό λιανεμπόριο, καθώς ένα ακριβότερο φυσικό αέριο μπορεί να επιβαρύνει πωλήσεις και κέρδη. Αντίθετα, ενέργεια και βασικά υλικά σε Τουρκία, Πολωνία και Σαουδική Αραβία κατατάσσονται στις λιγότερο ευαίσθητες ή ακόμη και αμυντικές επιλογές.
Οι αγορές δεν έχουν ακόμη «τιμολογήσει» το σοκ
Ένα ακόμη στοιχείο που προβληματίζει την Goldman Sachs είναι ότι η άνοδος του φυσικού αερίου από τον Ιούλιο δεν έχει προκαλέσει ουσιαστική μεταβολή στις αποτιμήσεις του MSCI EM EMEA. Κατά την εκτίμησή της, αυτό δείχνει ότι η αγορά δεν έχει ενσωματώσει ακόμη τις πιθανές αρνητικές συνέπειες από το ακριβότερο φυσικό αέριο στην Ευρώπη.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή την αντοχή έχουν παίξει τα ισχυρά αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου στις περισσότερες αγορές, με τις τράπεζες να ξεχωρίζουν. Παράλληλα, από τα τέλη Ιουλίου οι προβλέψεις για τα κέρδη ανά μετοχή έχουν αυξηθεί κατά 2% για το 2026 και κατά 3% για το 2027.
Η εικόνα θα μπορούσε να αλλάξει εάν επιβεβαιωθεί το bear case της Goldman και το φυσικό αέριο κινηθεί προς τα επίπεδα που προβλέπει. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο οίκος θεωρεί πιθανές τόσο τις μειώσεις στις εκτιμήσεις για την κερδοφορία όσο και την υποχώρηση των αποτιμήσεων.
Το σημείο που απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή είναι και πάλι ο χρηματοοικονομικός κλάδος. Σε Ελλάδα, Ουγγαρία και Πολωνία συνδυάζει υψηλή ευαισθησία στα σοκ των τιμών του πετρελαίου με αποτιμήσεις ακριβότερες από τα ιστορικά τους επίπεδα, αυξάνοντας την έκθεσή του σε μια σοβαρή επιδείνωση των μακροοικονομικών κινδύνων που σχετίζονται με το φυσικό αέριο.
Στον αντίποδα, οι κλάδοι εμπορευμάτων σε Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν μικρότερη έκθεση στις αναταράξεις του αερίου και διαπραγματεύονται φθηνότερα σε σχέση με το ιστορικό τους. Οι συνεχιζόμενες εντάσεις, πάντως, μπορούν να αποτελέσουν εμπόδιο στις επιδόσεις τους.
Εστιάζοντας τέλος στις βασικές ευρωπαϊκές αναδυόμενες αγορές, η Goldman παρατηρεί ότι το trade με “long” θέση στον MSCI EM Europe Energy και “short” στους χρηματοοικονομικούς και βιομηχανικούς κλάδους κινείται από την αρχή του έτους σε στενή σύνδεση με το TTF. Εάν το φυσικό αέριο συνεχίσει να ακριβαίνει, εκτιμά ότι υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω κέρδη από τη συγκεκριμένη στρατηγική.
Πηγή: ieidiseis.gr





