ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΕΔΗ
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που η σιωπή δεν είναι ψυχραιμία.
Είναι λάθος.
Ο Χρήστος Τριαντόπουλος χρειάστηκε πολύ χρόνο για να το αντιληφθεί. Για μεγάλο διάστημα αντιμετώπιζε όσα λέγονταν για εκείνον με την ψυχρή λογική του τεχνοκράτη: ημερομηνίες, διαδικασίες, έγγραφα, αρμοδιότητες, θεσμικές εξηγήσεις.
Σαν να αρκούσε η παράθεση των γεγονότων για να κλείσει μια συζήτηση που είχε εδώ και καιρό ξεφύγει από τα γεγονότα.
Δεν αρκούσε.
Γιατί απέναντί του δεν υπήρχε πλέον μόνο πολιτική κριτική. Είχε δημιουργηθεί ένα ολόκληρο κοινωνικό αφήγημα, με φράσεις, υπαινιγμούς και χαρακτηρισμούς που αναπαράγονταν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στα καφενεία και στον δημόσιο λόγο μέχρι να αποκτήσουν, για πολλούς, τη βαρύτητα δεδομένου.
«Κρέατα».
«Λαμπίκο».
Λέξεις βαριές. Λέξεις που δεν περιγράφουν απλώς μια πολιτική διαφωνία. Λέξεις που, όταν αποδίδονται σε έναν άνθρωπο, τον τοποθετούν έξω από τα όρια της στοιχειώδους ανθρώπινης ευαισθησίας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα.
Η πολιτική ευθύνη πρέπει να ερευνάται. Η δικαιοσύνη πρέπει να κάνει τη δουλειά της. Οι δημοσιογράφοι οφείλουν να ελέγχουν. Οι πολίτες έχουν κάθε δικαίωμα να κρίνουν αυστηρά.
Αλλά άλλο πράγμα η λογοδοσία και άλλο η δημόσια ανθρωποφαγία.
Άλλο η κριτική και άλλο η κατασκευή ενός τέρατος.
Κάπου εδώ ο Χρήστος Τριαντόπουλος φαίνεται να αλλάζει γραμμή. Και, κατά τη γνώμη μας, σωστά.
Επιτέλους αποφάσισε να απαντήσει πολιτικά.
Να μην κρύβεται πίσω από την ασφάλεια της τεχνοκρατικής γλώσσας. Να μην πιστεύει ότι όλα λύνονται με μία παράγραφο γεμάτη ημερομηνίες και διοικητικούς όρους. Να πει καθαρά ότι υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούν να αφήνονται αναπάντητα.
Γιατί όταν κάποιος σου αποδίδει λόγια που σε εμφανίζουν περίπου ως άνθρωπο χωρίς συναίσθημα απέναντι σε νεκρούς, δεν απαντάς μόνο ως πρώην υπουργός ή ως βουλευτής.
Απαντάς ως άνθρωπος.
Ο Χρήστος Τριαντόπουλος έχει οικογένεια. Έχει παιδιά. Έχει ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα του και αναγκάζονται να ακούν, να διαβάζουν και να κουβαλούν μαζί του το βάρος μιας δημόσιας εικόνας που πολλές φορές ξεπερνά κατά πολύ την πολιτική αντιπαράθεση.
Και εδώ πρέπει να είμαστε απολύτως καθαροί.
Το γεγονός ότι κάποιος επέλεξε την πολιτική δεν σημαίνει ότι υπέγραψε συμβόλαιο κοινωνικού λιντσαρίσματος.
Δεν σημαίνει ότι οποιοσδήποτε μπορεί να του αποδώσει οποιαδήποτε φράση, οποιαδήποτε πρόθεση και οποιοδήποτε ηθικό χαρακτηρισμό, αρκεί αυτό να εξυπηρετεί ένα πολιτικό αφήγημα.
Στη δημόσια ζωή έχουμε αρχίσει να συνηθίζουμε σε κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο: πρώτα εκδίδεται η καταδίκη στα κοινωνικά δίκτυα και μετά αναζητούνται τα πραγματικά δεδομένα.
Αυτό δεν είναι δημοκρατικός έλεγχος.
Είναι ψηφιακός όχλος.
Και ο όχλος, είτε βρίσκεται σε μια πλατεία είτε πίσω από μια οθόνη, παραμένει όχλος.
Ο Τριαντόπουλος όφειλε εδώ και καιρό να σηκώσει το γάντι. Όχι για να αποφύγει τον έλεγχο. Όχι για να ζητήσει ασυλία. Αλλά για να απαιτήσει το αυτονόητο: οι ευθύνες να αποδίδονται με στοιχεία και όχι με φήμες, οι κατηγορίες να στηρίζονται σε γεγονότα και όχι σε καφενειακές εκδοχές, και η πολιτική αντιπαράθεση να έχει ένα ελάχιστο όριο αξιοπρέπειας.
Άργησε.
Αλλά το κάνει τώρα.
Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη αλλαγή στη δημόσια παρουσία του.
Γιατί υπάρχει μια στιγμή που ο τεχνοκράτης πρέπει να γίνει πολιτικός.
Υπάρχει μια στιγμή που η ψυχραιμία πρέπει να αποκτήσει φωνή.
Και υπάρχει μια στιγμή που απέναντι στον κανιβαλισμό δεν απαντάς με σιωπή.
Απαντάς με ένα καθαρό:
Ως εδώ.





