Είσοδος στην πόλη…
Το επόμενο κείμενο, καταγράφει τις τελευταίες στιγμές των Ναζί στην πόλη, την προετοιμασία και την είσοδο στο Βόλο των ανταρτών του 54ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ….«…Από το πρωί εκείνο της 19ηςΟκτωβρίου του ’44, το πυροβολικό του 54ου συντάγματος του ΕΛΑΣ είχε αρχίσει την δουλειά του και έβαλε στον αμαξιτό δρόμο Βόλου-Λάρισας, που ακολουθούσαν οι Γερμανοί φεύγοντας από το Βόλο. Από ένα ύψωμα παρακολουθούσαμε με τα κυάλια. Αντί για φάλαγγες συνταγμένες και στοιχημένες όπως ξέραμε τις γερμανικές, κάτι ασύνταχτα μπουλούκια φαντάρων έβγαιναν από την πόλη ακολουθώντας τον δρόμο για Λάρισα. Και έβγαιναν και έβγαιναν… Δεν έκαναν την πρώτη τους απόπειρα να βρούν εκείνη την ημέρα. Είχαν κι άλλες μέρες αποπειραθεί. Μα είχαν πληρώσει βαρύ το φόρο αίματος. Και σήμερα που επιχειρούσαν καινούργια απεγνωσμένη προσπάθεια για να βγούν, σπάζοντας τον αντάρτικο κλοιό που τους έσφιγγε απελπιστικά, καινούργιο φόρο αίματος θα πλήρωναν, δεν χωρούσε αμφιβολία. Μα τα πράγματα γι’ αυτούς είχαν στριμωχθεί άγρια. Ο ΕΛΑΣ είχε περάσει στην μεγάλη επίθεσή του σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, λευτερώνοντας μία – μία τις πόλεις. Τους χτυπούσαν και οι σύμμαχοι με τα αεροπλάνα. Τους έρχονταν μαντάτα φοβερά από παντού και πια δεν υπήρχε ούτε ένα λεπτό να χάνουν. Έτσι είχαν αρχίσει να επιχειρούν την μοιραία έξοδο. Μπουλούκια- μπουλούκια έβγαιναν. Έσπρωχναν και καροτσάκια που είχαν επιτάξει, κουβαλώντας τις αποσκευές τους. Προχωρούσαν λίγοι- λίγοι και σκυφτοί για να μην δίνουν στόχο. Και κάθε φορά που τα πυροβόλα μας εξακόντιζαν ένα καινούργιο βλήμα πάνω στον δρόμο τους, εγκατέλειπαν τα καροτσάκια και έριχναν άλλοι από εδώ και άλλοι από εκεί του δρόμου πέφτοντας μπρούμυτα. Σε αυτήν κατάντια είχε φθάσει ο μηχανοκίνητος στρατός του Γ’ Ράϊχ. Οι δυνάμεις του 2/54 είχαν πάρει τις θέσεις τους στο στενό του Κάκαβου, το στενό που οι Γερμανοί, τους οποίους πιάσαμε αιχμαλώτους, το είπαν «καταβόθρα του θανάτου». Εκεί θα τους υποδέχονταν. Κι ήταν πανέτοιμοι γι’ αυτή την υποδοχή. Αδημονούσαν οι αντάρτες πότε θα έρθει η ώρα… Είχε έρθει ήδη μεσημέρι. Και τα μπουλούκια έβγαιναν, ολοένα έβγαιναν. Στην μονάδα του ΕΛΑΣ που βρισκόμουνα άρχισαν να καταφθάνουν τα τηλεφωνήματα, με τηλεφωνήματα μέσα από το Βόλο «φεύγουν συνέχεια». Η έδρα μας εκείνες τις ημέρες ήταν η πιο κοντινή στο Βόλο, απ’ όλες τις μονάδες του ΕΛΑΣ. Κι ήμασταν επομένως οι πρώτοι που ενημερωνόμασταν με την κατάσταση μέσα στην πόλη. Οι Γερμανοί, μας πληροφορούσαν τα τηλεφωνήματα, φεύγουν συνέχεια. Ένα- ένα τα κτίρια αδειάζουν. Λέγεται, πρόσθεταν ότι σήμερα θα φύγουν όλοι. Τα τηλεφωνήματα έδιναν τις λεπτομερειακές πληροφορίες: Από το τάδε κτίριο έχουν φύγει ως την ώρα τόσοι και μένουν τόσοι, μένουν ακόμη τόσοι. Στον δρόμο προς τα Παληά βρίσκονται τόσοι, στον Φόρο του Καπακλή τόσοι… Στις 5 και δέκα το απόγευμα εκείνο της 19ηςΟκτωβρίου του ’44, έρχεται ένα τηλεφώνημα που επρόκειτο να είναι το τελευταίο τηλεφώνημα που πήραμε από το βουνό. Το θυμάμαι επί λέξει σαν να είναι τώρα: «Αυτή την στιγμή όλα τα κτίρια που κατείχαν οι Γερμανοί έχουν εγκαταλειφθεί. Όλοι τους με τα πράγματά τους φορτωμένα στα καροτσάκια, που σπρώχνουν οι ίδιοι έχουν περάσει το Δημοτικό Θέατρο και τραβούν για τα Παληά». Και το συμπληρωματικό: «Ολοι οι Γερμανοί πέρασαν τον Φόρο του Καπακλή και προχωρούν. Άνδρες του Εφεδρικού ΕΛΑΣ φρουρούν το εργοστάσιο της Ηλεκτρικής. Πολιτοφύλακες έχουν τοποθετηθεί σκοποί στα κτίρια που κατείχαν οι Γερμανοί. Δυνάμεις του 9ουΛόχου του 54ουσυντάγματος κατέλαβαν τα πολυβολεία της Γορίτσας. Αυτή την στιγμή ώρα 5.10 της 19ηςΟκτωβρίου του 1944 κανένας Γερμανός δεν πατάει το χώμα της πόλης του Βόλου…». Μόλις το διάβασε ο τηλεφωνητής μείναμε για λίγα λεπτά άφωνοι, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. Και ο τηλεφωνητής επανέλαβε την τελευταία φράση. Πόσο αίμα δεν χύθηκε για την μεγάλη αυτή στιγμή. …Απόψε θα μπούμε στο Βόλο. Ναι απόψε θα μπούμε. Η καινούργια μέρα θα μας βρεί στο Βόλο. Αλλ’ έρχεται μια διαταγή. Η Μονάδα μας θα κατέβει αύριο στο Βόλο. Μόνο εγώ αποσπώμαι και κατ’ εντολή του Γραφείου τύπου θα κατέβω απόψε. Τα μεσάνυκτα ξεκινάμε. Έχουν λίγο πριν ξεκινήσει ο 10οςκαι ο 11ος Λόχος του 54ου, καθώς και η 3ηπυροβολαρχία. Σύγχρονα έχει ξεκινήσει η διοίκηση του 54ουσυντάγματος και μαζί της ο αρχηγός του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα Κώστας Καραγιώργης που βρίσκονταν τότε κοντά μας. Προχωράμε ο ένας πίσω από τον άλλο ακολουθώντας το μονοπάτι. Είμαστε με τους άνδρες των τμημάτων της Πολιτοφυλακής Βόλου που έχουν επικεφαλής τον διοικητή τους Φώτη Συρινιώτη. Μαζί τους είναι κι’ ο εθνοσύμβουλος Μιλτιάδης Παπακώστας και ο γραμματέας της περιφερειακής επιτροπής Βόλου του ΚΚΕ (Αδάμ Μουζενίδης). Δεν έχει περάσει πολύ ώρα από το ξεκίνημά μας, όταν η πόλη αρχίζει να εκπέμπει τα πρώτα μηνύματα της λευτεριάς της. Οι σειρήνες των εργοστασίων ηχούν δαιμονικά. Τα φώτα της παραλίας που είχαν ν’ ανάψουν από τις 28 Οκτώβρη του 1940, ανάβουν. Και μέσα στο πηχτό σκοτάδι που μας κυκλώνει στο δρόμο μας, η πόλη που φωτίζεται παρουσιάζει ένα θέαμα επιβλητικό, φαντασμαγορικό. Βιάζουμε τα βήματά μας για να φθάσουμε. Τρέχουμε να ζήσουμε μέσα στην πόλη τις πρώτες συγκινήσεις της λευτεριάς. Έχουμε πάρει το μονοπάτι που οδηγεί για την Αγία Παρασκευή. Από εκεί θα πάρουμε το δημόσιο δρόμο για το Βόλο. Οι καμπάνες των εκκλησιών των χωριών αρχίζουν να κτυπούν χαρμόσυνα, σε πολλά σημεία ανάβονται φωτιές. Τα φώτα της πόλης γίνονται στο μεταξύ περισσότερα χάρη στην ακούραστη δουλιά των ηλεκτροτεχνιτών. Φωτίζεται η παραλία και η μισή σχεδόν πόλη. Και οι σειρήνες εξακολουθούν να ηχούν δαιμονισμένα. Μπαίνουμε μέσα στην Αγία Παρασκευή τραγουδώντας το «Λευτεριά πανώρια κόρη…». Όλοι οι χωριάτες είναι ξυπνητοί. Βρίσκονται στους δρόμους κρατώντας στα χέρια τους φανάρια, έξαλλοι από ενθουσιασμό και μας φιλούν. Οι γυναίκες μας ραίνουν με λουλούδια. Μπαίνουμε στον δημόσιο δρόμο. Κι οι χωριάτες μας ακολουθούν. Το αντάρτικο τραγούδι ξεπηδάει λεβέντικο «της Λευτεριάς ανοίγεις δρόμο…». Όσο πλησιάζουμε τόσο η συγκίνηση μεγαλώνει. Φθάνουμε στα πρώτα σπίτια του συνοικισμού Ιωλκού. Ο συνοικισμός έχει ήδη πάρει γιορταστική όψη. Αψίδες έχουν στηθεί κι ο κόσμος είναι ολόκληρος μαζεμένος. Κανένας δεν πήρε πρωτοβουλία για τον γιορτασμό. Αυθόρμητα ο κόσμος συγκεντρώθηκε. Κι αισθάνθηκε την ανάγκη να ετοιμάσει την υποδοχή στους αντάρτες. Και βρήκε και τα λουλούδια για να μας ράνει… Είναι τόσες χιλιάδες λαού που κατακλύζουν την Ιωλκού, ώστε δεν κατορθώνουμε να προχωρήσουμε. Φθάνουμε επιτέλους στην πλατεία Ελευθερίας. Εκεί συγκεντρώνεται όλος ο κόσμος. Από τον εξώστη του σπιτιού του γιατρού Μάργαρη μιλούν τότε σύντομα προς το λαό ο γραμματέας του ΕΑΜ Πόλης, ο Κ. Καραγιώργης, ο Π. Πηλιορείτης και ο διοικητής του 54ουσυντάγματος Μαλλιαρός. Η νύκτα ολόκληρη πέρασε με εκδηλώσεις γιορτασμού. Η 20ηΟκτωβρίου ξημέρωσε. Είναι η πρώτη λεύτερη μέρα… Η «Αναγέννηση» εκδόθηκε αυτή την πρώτη νόμιμη έκδοσή της, ύστερα από χρόνων παράνομη σκληρή ζωή στα υπόγεια του Βόλου και στα φαράγγια του Πηλίου. Την επόμενη ημέρα 21ηΟκτωβρίου με μία επιβλητικότατη συγκέντρωση, ο κόσμος διαδήλωσε τον ενθουσιασμό του και την ατράνταχτη πίστη του στο ΕΑΜ- ΕΛΑΣ». (Αναγέννηση 19-10-1945 με την υπογραφή «Απ. Σκλ.»).





