ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Η Ευρώπη φλέγεται, η Ελλάδα σιωπά. Για πόσο ακόμα;

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΕΔΗ

Από το Παρίσι και το Μιλάνο μέχρι τις Βρυξέλλες και τα Τίρανα, η κοινωνική οργή βγαίνει στους δρόμους. Η ακρίβεια, οι χαμηλοί μισθοί και η ανασφάλεια διαμορφώνουν ένα εκρηκτικό σκηνικό. Και στην Ελλάδα; Η δυσαρέσκεια υπάρχει, αλλά αναζητεί ακόμη τον τρόπο να εκφραστεί.

Η Ευρώπη δεν περνά απλώς μια περίοδο κοινωνικής αναταραχής. Βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και σε εκείνους που λαμβάνουν τις αποφάσεις για τη ζωή τους.

Οι εικόνες των τελευταίων ημερών είναι αποκαλυπτικές. Στη Γαλλία, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους, διαμαρτυρόμενοι για την ακρίβεια, την κοινωνική ανισότητα και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών. Στην Ιταλία, διαδηλώσεις για το κόστος ζωής συνοδεύτηκαν από σοβαρά επεισόδια. Στο Βέλγιο, εργαζόμενοι, συνταξιούχοι και φοιτητές αντιδρούν στις δημοσιονομικές περικοπές και στις αλλαγές που επηρεάζουν την καθημερινότητά τους. Στην Αλβανία, η αντικυβερνητική οργή έχει διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, αλλά εκδηλώνεται επίσης με συγκρούσεις και εκτεταμένη ένταση.

Δεν πρόκειται για ένα ενιαίο, οργανωμένο ευρωπαϊκό κίνημα. Ούτε έχουν όλες οι διαδηλώσεις τα ίδια αιτήματα. Υπάρχει, ωστόσο, ένας κοινός παρονομαστής: ολοένα περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται ότι εργάζονται, πληρώνουν, συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους, αλλά η ποιότητα της ζωής τους δεν βελτιώνεται.

Και αυτό είναι ένα πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο από μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας.

Γιατί όταν η εργασία παύει να εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση, κάτι θεμελιώδες έχει διαταραχθεί στην κοινωνική συμφωνία.

Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή κοινωνία στηρίχθηκε σε μια απλή υπόσχεση: ότι όποιος εργάζεται, προσπαθεί και προοδεύει θα μπορεί να ζει καλύτερα από την προηγούμενη γενιά. Θα αποκτήσει ένα σπίτι, θα δημιουργήσει οικογένεια, θα μορφώσει τα παιδιά του, θα απολαύσει μια στοιχειώδη οικονομική ασφάλεια.

Σήμερα, αυτή η υπόσχεση δοκιμάζεται.

Το σπίτι γίνεται απρόσιτο. Το σούπερ μάρκετ μετατρέπεται σε καθημερινή άσκηση περιορισμού. Η ενέργεια απορροφά ένα δυσανάλογο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού. Οι νέοι άνθρωποι καθυστερούν να ανεξαρτητοποιηθούν και οι μεγαλύτεροι ανησυχούν αν θα μπορέσουν να διατηρήσουν όσα απέκτησαν με κόπο.

Οι κυβερνήσεις επικαλούνται συχνά δημοσιονομικούς περιορισμούς, διεθνείς κρίσεις και την ανάγκη οικονομικής σταθερότητας. Πρόκειται για πραγματικούς παράγοντες που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Όμως, για τον πολίτη που αδυνατεί να ανταποκριθεί στις βασικές του υποχρεώσεις, οι μακροοικονομικές εξηγήσεις δεν αρκούν από μόνες τους.

Και κάπως έτσι γεννιέται η απόσταση ανάμεσα στην οικονομία των αριθμών και στην οικονομία της καθημερινής ζωής.

Η βία δεν είναι λύση. Η κοινωνική οργή, όμως, είναι μήνυμα.

Οι καταστροφές καταστημάτων, οι εμπρησμοί και οι επιθέσεις σε αστυνομικούς δεν μπορούν να δικαιολογηθούν στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Άλλωστε, οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που διαδηλώνουν ειρηνικά δεν ταυτίζονται με εκείνους που επιλέγουν τη βία.

Θα ήταν, όμως, εξίσου επιφανειακό να περιοριστεί ολόκληρη η συζήτηση στις σπασμένες βιτρίνες και στα καμένα αυτοκίνητα.

Η δημόσια τάξη είναι απαραίτητη. Απαραίτητη είναι και η κατανόηση των κοινωνικών συνθηκών που οδηγούν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους να αμφισβητούν τις πολιτικές που εφαρμόζονται.

Μια δημοκρατία οφείλει να προστατεύει ταυτόχρονα την ασφάλεια, το δικαίωμα της ειρηνικής διαμαρτυρίας και τη δυνατότητα των πολιτών να ακούγονται ουσιαστικά.

Και στην Ελλάδα τι συμβαίνει;

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον μέρος αυτής της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Η Ελλάδα έχει ήδη βιώσει μια δεκαετία βαθιάς οικονομικής κρίσης, μνημονίων, περικοπών, ανεργίας και μαζικών κινητοποιήσεων. Η ελληνική κοινωνία γνωρίζει τι σημαίνει οικονομική ανασφάλεια. Γνωρίζει επίσης το κόστος της παρατεταμένης κοινωνικής σύγκρουσης.

Σήμερα, η χώρα παρουσιάζει διαφορετική μακροοικονομική εικόνα από εκείνη των μνημονιακών χρόνων. Υπάρχουν αυξήσεις μισθών, φορολογικές παρεμβάσεις και προσπάθειες στήριξης των εισοδημάτων. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο αν οι αποδοχές αυξάνονται ονομαστικά, αλλά τι μπορούν πραγματικά να αγοράσουν.

Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα έφτασε το 5,1%, με σημαντική επιβάρυνση από τις τιμές της ενέργειας. Παράλληλα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι πραγματικοί μισθοί στην Ελλάδα το 2026 προβλέπεται να παραμείνουν οριακά χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2019.

Αυτοί οι αριθμοί βοηθούν να καταλάβουμε γιατί η οικονομική ανάπτυξη δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αίσθημα ευημερίας.

Ο εργαζόμενος που πληρώνεται και βλέπει το εισόδημά του να εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας δεν ενδιαφέρεται μόνο για τους δείκτες ανάπτυξης.

Ο νέος που χρειάζεται σχεδόν έναν μισθό για να νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα δεν αισθάνεται ότι οι προοπτικές του έχουν βελτιωθεί.

Ο συνταξιούχος που περιορίζει ακόμη και βασικές αγορές δεν μετρά την οικονομική πρόοδο με τα ίδια κριτήρια που χρησιμοποιεί ένα υπουργείο.

Και ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας που αντιμετωπίζει αυξημένα λειτουργικά έξοδα, ενεργειακό κόστος και περιορισμένη αγοραστική δύναμη των πελατών του βιώνει μια εντελώς διαφορετική οικονομική πραγματικότητα από εκείνη που περιγράφουν οι γενικοί δείκτες.

Αυτές οι διαφορετικές εμπειρίες συνθέτουν μια κοινή κοινωνική ανησυχία.

Η Ελλάδα, βεβαίως, δεν είναι αδρανής. Ήδη φοιτητές πραγματοποίησαν κινητοποιήσεις στην Αθήνα για τα ενοίκια, το κόστος σπουδών και την ακρίβεια, με σκηνές ακόμη και στο Σύνταγμα. Δεν υπάρχει, όμως, μέχρι στιγμής η ίδια κλίμακα κινητοποιήσεων που καταγράφεται στη Γαλλία.

Γιατί;

Ίσως επειδή η ελληνική κοινωνία έχει κουραστεί από τις διαρκείς κρίσεις. Ίσως επειδή ένα μέρος των πολιτών δεν πιστεύει πλέον ότι η διαμαρτυρία μπορεί να επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές. Ίσως επειδή η δυσαρέσκεια εκφράζεται αποσπασματικά, χωρίς κοινό αίτημα και χωρίς έναν φορέα που να μπορεί να ενώσει διαφορετικές κοινωνικές ομάδες.

Αυτές είναι πιθανές ερμηνείες, όχι βεβαιότητες.

Το βέβαιο είναι ότι η απουσία μαζικής διαμαρτυρίας δεν αποτελεί απόδειξη κοινωνικής ικανοποίησης.

Η σιωπή δεν σημαίνει πάντοτε συναίνεση

Ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους για κάθε πολιτικό σύστημα είναι να συγχέει την κοινωνική ηρεμία με την αποδοχή των επιλογών του.

Οι πολίτες μπορεί να μη διαδηλώνουν, αλλά να δυσανασχετούν. Να μη συμμετέχουν σε συλλογικές κινητοποιήσεις, αλλά να αισθάνονται ότι οι θεσμοί δεν τους εκπροσωπούν. Να μη φωνάζουν συνθήματα, αλλά να απομακρύνονται σταδιακά από την πολιτική διαδικασία.

Αυτό το φαινόμενο αξίζει τουλάχιστον την ίδια προσοχή με τις εικόνες των συγκρούσεων στους ευρωπαϊκούς δρόμους.

Διότι η δημοκρατία δεν μετριέται μόνο από τη δυνατότητα των πολιτών να εκλέγουν κυβερνήσεις. Μετριέται και από τη δυνατότητά τους να ζουν με αξιοπρέπεια, να έχουν πρόσβαση σε βασικά αγαθά και να πιστεύουν ότι οι προσπάθειές τους μπορούν να βελτιώσουν τη ζωή τους.

Η οικονομική σταθερότητα έχει αξία. Η δημοσιονομική υπευθυνότητα επίσης. Όμως καμία οικονομική πολιτική δεν μπορεί να θεωρείται κοινωνικά ολοκληρωμένη αν τα οφέλη της δεν γίνονται αισθητά σε ένα ευρύ μέρος της κοινωνίας.

Το πραγματικό ερώτημα για την επόμενη μέρα

Οι εικόνες από τη Γαλλία, την Ιταλία, το Βέλγιο και την Αλβανία δεν αποτελούν απόδειξη ότι η Ελλάδα θα ακολουθήσει την ίδια πορεία. Κάθε χώρα έχει διαφορετικές πολιτικές συνθήκες, κοινωνικές αντοχές και ιστορικές εμπειρίες.

Αποτελούν, όμως, αφορμή για μια σοβαρή συζήτηση.

Πόσο μπορεί να αντέξει μια κοινωνία όταν το κόστος της ζωής αυξάνεται ταχύτερα από τις πραγματικές οικονομικές της δυνατότητες;

Πώς μπορεί να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη όταν οι νεότερες γενιές αμφιβάλλουν αν θα ζήσουν καλύτερα από τους γονείς τους;

Και με ποιον τρόπο μπορούν οι κυβερνήσεις να συνδυάσουν τη δημοσιονομική σταθερότητα με ουσιαστική προστασία της αγοραστικής δύναμης, προσιτή κατοικία και ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που βρίσκονται πίσω από τις ευρωπαϊκές κινητοποιήσεις. Και αυτά είναι τα ερωτήματα που αφορούν άμεσα και την Ελλάδα.

Δεν χρειάζεται να καούν αυτοκίνητα στην Αθήνα για να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν προβλήματα που απαιτούν απαντήσεις.

Δεν χρειάζεται να σπάσουν βιτρίνες στη Θεσσαλονίκη ή στον Βόλο για να συζητήσουμε σοβαρά το στεγαστικό, τους μισθούς, τις συντάξεις και την ακρίβεια.

Η κοινωνική ειρήνη δεν διασφαλίζεται μόνο με την απουσία επεισοδίων. Διασφαλίζεται κυρίως όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι έχουν προοπτική, ότι ακούγονται και ότι οι θυσίες τους έχουν αντίκρισμα.

Η Ευρώπη σήμερα μας δείχνει πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει αυτή η ισορροπία.

Και η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί όσα συμβαίνουν. Όχι για να φοβηθεί την κοινωνική διαμαρτυρία, ούτε για να εξιδανικεύσει τη σύγκρουση, αλλά για να αναζητήσει εγκαίρως τις απαντήσεις που απαιτεί η καθημερινότητα των πολιτών.

Γιατί τελικά το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι αν θα βγει ο κόσμος στους δρόμους.

Είναι αν θα χρειαστεί να βγει στους δρόμους για να ακουστεί.