Σοβαρές καταγγελίες για το υπέρογκο κόστος που καλούνται να επωμιστούν οι επιχειρήσεις στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ηλεκτρονικής τιμολόγησης διατύπωσε ο αντιπρόεδρος του Επιμελητηρίου Μαγνησίας, Απόστολος Οντόπουλος, μιλώντας σήμερα το πρωί στον ραδιοφωνικό σταθμό ΝΕΟ 103,3 και στον δημοσιογράφο Δημήτρη Μαρέδη.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, εκατοντάδες επαγγελματίες της Μαγνησίας βρίσκονται αντιμέτωποι με μια νέα οικονομική επιβάρυνση, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εκτοξεύσει το ετήσιο κόστος λειτουργίας των συστημάτων έκδοσης και διαβίβασης φορολογικών παραστατικών σε περισσότερα από 3.000 ευρώ.
Ο κ. Οντόπουλος υποστήριξε ότι η μετάβαση στο νέο ψηφιακό περιβάλλον, αντί να διευκολύνει οικονομικά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, συνοδεύεται από ιδιαίτερα υψηλές χρεώσεις εμπορικών εφαρμογών και παρόχων ηλεκτρονικής τιμολόγησης.
Μάλιστα, κατήγγειλε την ύπαρξη «καρτέλ» στην αγορά των εταιρειών παροχής σχετικών υπηρεσιών, εκφράζοντας την άποψη ότι οι επαγγελματίες βρίσκονται σε δυσμενή διαπραγματευτική θέση απέναντι στις επιχειρήσεις λογισμικού.
Πρόκειται για καταγγελία του αντιπροέδρου του Επιμελητηρίου και όχι για διαπιστωμένη παράβαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.
Από τα 80 ευρώ σε χρεώσεις χιλιάδων ευρώ
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το οικονομικό παράδειγμα που παρουσίασε ο Απόστολος Οντόπουλος.
Όπως εξήγησε, μια επιχείρηση που μέχρι σήμερα κατέβαλλε περίπου 80 ευρώ ετησίως για τη συνδρομή και τη λειτουργική υποστήριξη ταμειακής μηχανής ή φορολογικού μηχανισμού ενδέχεται πλέον να αντιμετωπίζει πολλαπλάσια έξοδα, ανάλογα με τον αριθμό και το είδος των παραστατικών που εκδίδει.
Η επιβάρυνση προκύπτει από τις συνδρομές παρόχων ηλεκτρονικής τιμολόγησης, τις χρεώσεις διαβίβασης, αλλά και το ενδεχόμενο πρόσθετο κόστος εμπορικών εφαρμογών και τεχνικής υποστήριξης.
Σε συγκεκριμένο παράδειγμα που περιέγραψε, η αύξηση του ετήσιου κόστους μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει το 1.000%, συγκριτικά με τη δαπάνη που είχε προηγουμένως η επιχείρηση.
Ο ίδιος έκανε λόγο για εξωφρενικές χρεώσεις που δημιουργούν πρόσθετη πίεση σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, πολλές από τις οποίες ήδη αντιμετωπίζουν αυξημένες λειτουργικές δαπάνες, υψηλό ενεργειακό κόστος και περιορισμένα περιθώρια κέρδους.
Παρέμβαση στον Δημήτρη Παπαστεργίου στον Βόλο
Το ζήτημα δεν έμεινε μόνο στη δημόσια καταγγελία.
Ο αντιπρόεδρος του Επιμελητηρίου Μαγνησίας γνωστοποίησε ότι έθεσε το θέμα και στον υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρη Παπαστεργίου, κατά τη συνάντηση εκπροσώπων φορέων που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Παρασκευή στον Βόλο.
Όπως ανέφερε στη ραδιοφωνική συνέντευξη, μετέφερε στον υπουργό την έντονη ανησυχία των επαγγελματιών για τις οικονομικές επιπτώσεις της υποχρεωτικής ψηφιακής προσαρμογής.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, δεν είναι η ίδια η τεχνολογική αναβάθμιση των επιχειρήσεων, αλλά το κόστος που καλούνται να καταβάλουν σε ιδιωτικές εταιρείες για να ανταποκριθούν στις νέες φορολογικές απαιτήσεις.
Η παρέμβασή του θέτει ένα ουσιαστικό ζήτημα: κατά πόσο η υποχρεωτική ψηφιοποίηση μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς δυσανάλογες οικονομικές επιβαρύνσεις για τις μικρότερες επιχειρήσεις.
Αποκαλυπτικός τιμοκατάλογος: Πόσο κοστίζουν τα παραστατικά
Το THE NEWSPAPER έχει στη διάθεσή του πίνακα συνδρομών του φθηνότερου -σύμφωνα με τον κ. Οντόπουλο- παρόχου στον οποίο αποτυπώνεται η τιμολογιακή κλίμακα για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικής τιμολόγησης.
Οι τιμές αφορούν ετήσιες συνδρομές, χωρίς ΦΠΑ, και διαφοροποιούνται ανάλογα με τα διαθέσιμα credits που αγοράζει η επιχείρηση.
| Ετήσιο πακέτο credits | Κόστος χωρίς ΦΠΑ |
|---|---|
| 200 | 50 € |
| 2.000 | 150 € |
| 5.000 | 300 € |
| 25.000 | 560 € |
| 70.000 | 700 € |
| 100.000 | 980 € |
| 200.000 | 1.680 € |
| 400.000 | 2.660 € |
| 600.000 | 3.360 € |
| 1.000.000 | 4.480 € |
Ο πίνακας επιβεβαιώνει ότι οι ετήσιες συνδρομές για επιχειρήσεις με αυξημένες ανάγκες διαβίβασης μπορούν να ξεπεράσουν τις 3.000 ευρώ, πριν από την επιβολή ΦΠΑ και χωρίς να υπολογίζονται ενδεχόμενες πρόσθετες υπηρεσίες.
Μάλιστα, σύμφωνα με τον κ. Οντόπουλο, η συγκεκριμένη εταιρεία συγκαταλέγεται στις οικονομικότερες επιλογές της αγοράς, υποστηρίζοντας ότι ανταγωνιστικές εταιρείες αντίστοιχου μεγέθους μπορεί να έχουν σημαντικά υψηλότερες χρεώσεις. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει επιβεβαιωθεί με συγκριτικό τιμοκατάλογο ανταγωνιστών.
Η παγίδα των credits – Δεν αντιστοιχεί κάθε παραστατικό σε μία μονάδα
Ένα κρίσιμο στοιχείο που αναδεικνύεται είναι ο τρόπος με τον οποίο καταναλώνονται τα credits των συνδρομητικών πακέτων.
Δεν αντιστοιχεί απαραίτητα κάθε παραστατικό σε ένα credit.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του THE NEWSPAPER, μια απόδειξη λιανικής μπορεί να καταναλώνει ένα credit, ένα τιμολόγιο χονδρικής δύο credits και ένα παραστατικό προς το Δημόσιο (B2G) τέσσερα credits.
Αυτό σημαίνει ότι μια επιχείρηση που εκδίδει ετησίως 10.000 τιμολόγια χονδρικής μπορεί να χρειάζεται 20.000 credits μόνο για αυτές τις συναλλαγές.
Αντίστοιχα, μια εμπορική επιχείρηση που εκδίδει μεγάλο αριθμό αποδείξεων λιανικής μπορεί να εξαντλήσει πολύ γρηγορότερα ένα μικρό συνδρομητικό πακέτο.
Η ίδια η εταιρεία πάροχος παρουσιάζει υπηρεσίες διαβίβασης, αυθεντικοποίησης και αρχειοθέτησης ηλεκτρονικών παραστατικών, ενώ σε δημοσιευμένη προσφορά της επιβεβαιώνει τη διαφορετική κατανάλωση credits μεταξύ αποδείξεων λιανικής και τιμολογίων χονδρικής.
Αύξηση πάνω από 1.000% σε συγκεκριμένες περιπτώσεις
Οι αριθμοί αναδεικνύουν το μέγεθος της δυνητικής επιβάρυνσης.
Για μια επιχείρηση που πλήρωνε 80 ευρώ ετησίως και θα χρειαζόταν πλέον πακέτο αξίας 980 ευρώ, η αύξηση θα ανερχόταν σε 1.125%.
Αν η νέα ετήσια δαπάνη έφτανε τα 3.360 ευρώ, η αύξηση σε σχέση με τα 80 ευρώ θα ήταν 4.100%.
Αυτές οι συγκρίσεις είναι ενδεικτικές, καθώς η παλαιά συνδρομή φορολογικού μηχανισμού και η νέα υπηρεσία ηλεκτρονικής τιμολόγησης δεν είναι απολύτως ταυτόσημες υπηρεσίες.
Ωστόσο, αποτυπώνουν το οικονομικό πρόβλημα που περιγράφει ο αντιπρόεδρος του Επιμελητηρίου Μαγνησίας: μια μικρή επιχείρηση ενδέχεται να κληθεί να διαθέσει ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσό για την κάλυψη των νέων τεχνολογικών και φορολογικών αναγκών της.
Τι ισχύει τελικά με την υποχρεωτικότητα
Η εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης αποτελεί πλέον υποχρέωση για ολοένα περισσότερες επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, για τις επιχειρήσεις με ακαθάριστα έσοδα άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ η υποχρέωση ισχύει ήδη από τις 2 Μαρτίου 2026, ενώ για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις προβλέπεται εφαρμογή από τις 2 Νοεμβρίου 2026, με συγκεκριμένες μεταβατικές προϋποθέσεις.
Υπάρχει, ωστόσο, μια ουσιαστική διευκρίνιση: η υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά την αγορά συνδρομής από ιδιωτικό πάροχο.
Η ΑΑΔΕ παρέχει τις δωρεάν εφαρμογές timologio και myDATAapp για την έκδοση και διαβίβαση παραστατικών. Ανάλογα με τη δραστηριότητα και τις τεχνικές ανάγκες της, μια επιχείρηση μπορεί να επιλέξει τις συγκεκριμένες λύσεις αντί εμπορικού παρόχου.
Επομένως, οι υψηλές συνδρομές δεν αποτελούν αναπόφευκτο κόστος για κάθε επιχείρηση. Μπορούν όμως να προκύψουν όταν απαιτείται σύνθετη εμπορική διαχείριση, ενσωμάτωση σε υπάρχοντα πληροφοριακά συστήματα, μεγάλος όγκος συναλλαγών ή εξειδικευμένες λειτουργίες.
Το ερώτημα για τον ανταγωνισμό στην αγορά
Η καταγγελία του Απόστολου Οντόπουλου περί καρτέλ αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αφορά μια αγορά υπηρεσιών από την οποία εξαρτάται η καθημερινή λειτουργία χιλιάδων επιχειρήσεων.
Για να διαπιστωθεί, πάντως, η ύπαρξη παράνομων συνεννοήσεων μεταξύ εταιρειών απαιτείται έρευνα από τις αρμόδιες αρχές ανταγωνισμού. Οι υψηλές ή παρόμοιες τιμές δεν αποδεικνύουν από μόνες τους την ύπαρξη καρτέλ.
Το ζήτημα που ανέδειξε ο αντιπρόεδρος του Επιμελητηρίου Μαγνησίας στη συνέντευξή του στον Δημήτρη Μαρέδη αφορά τόσο το ύψος των συνδρομών όσο και τη δυνατότητα των μικρών επιχειρήσεων να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις χωρίς να επιβαρυνθούν υπέρμετρα.
Το κεντρικό ερώτημα που προκύπτει από την παρέμβασή του είναι σαφές: Πώς θα εξασφαλιστεί ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός θα αποτελέσει εργαλείο εκσυγχρονισμού και όχι ακόμη μία δυσβάσταχτη λειτουργική δαπάνη για τους επαγγελματίες της Μαγνησίας;
Η απάντηση δεν αφορά μόνο τις εταιρείες λογισμικού, αλλά και την Πολιτεία, η οποία καλείται να συνδυάσει την εφαρμογή των ψηφιακών υποχρεώσεων με την προστασία της βιωσιμότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.





