Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια την Πέμπτη, λίγες μόλις ώρες αφότου η Κριστίν Λαγκάρντ ανακοίνωσε ότι θα αποχωρήσει από τη θέση της.
Ωστόσο, πίσω από αυτή τη φαινομενικά συνηθισμένη απόφαση για τα επιτόκια, κρύβονται οι σοβαρές προκλήσεις που διαγράφονται στον ορίζοντα, τόσο για τους τελευταίους μήνες της θητείας της όσο και για τον διάδοχό της.
Οι αναταράξεις στην αγορά των γαλλικών ομολόγων, οι τιμές της ενέργειας παραμένουν πεισματικά υψηλές, ενώ η επικείμενη αποχώρηση της Λαγκάρντ αναμένεται να πυροδοτήσουν μία από τις σημαντικότερες ανακατατάξεις στην ηγεσία της κεντρικής τράπεζας. Μάλιστα, η μάχη για τη διαδοχή της άρχισε να παίρνει επίσημα μορφή από την Πέμπτη.
► Οι μνηστήρες για το «θρόνο» της ΕΚΤ: Το πολιτικό παρασκήνιο για την αποχώρηση της Λαγκάρντ
Η ΕΚΤ διατήρησε το βασικό επιτόκιο καταθέσεων στο 2,5%. Όπως και στην περίπτωση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), η οποία επίσης άφησε αμετάβλητα τα επιτόκια την Τετάρτη, οι επενδυτές εκτιμούν ότι η επόμενη κίνηση της ΕΚΤ θα είναι μια αύξηση των επιτοκίων τον Δεκέμβριο.
Στη δίνη των αναταράξεων τα γαλλικά ομόλογα
Η απόφαση της ΕΚΤ για τα επιτόκια ήταν η πρώτη μετά το κύμα μαζικών ρευστοποιήσεων που συγκλόνισε την αγορά κρατικών ομολόγων της Γαλλίας. Η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου έχει εκτιναχθεί στο 5%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2002.
Η ΕΚΤ θα μπορούσε να περιορίσει τις πιέσεις στην αγορά ομολόγων επιβραδύνοντας τον ρυθμό της λεγόμενης ποσοτικής σύσφιγξης, της διαδικασίας μέσω της οποίας μειώνει σταδιακά το μέγεθος του ισολογισμού της, αφήνοντας τα ομόλογα που κατέχει να λήγουν χωρίς να τα αντικαθιστά.
Παράλληλα, διαθέτει ένα εργαλείο αγοράς ομολόγων, το λεγόμενο Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης (Transmission Protection Instrument – TPI), το οποίο θεσπίστηκε το 2022, σε μια περίοδο έντονων πιέσεων στην αγορά ιταλικών ομολόγων.
Ωστόσο, το εργαλείο αυτό δεν έχει ενεργοποιηθεί ποτέ, ενώ εξακολουθεί να επικρατεί αβεβαιότητα μεταξύ των επενδυτών σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί.
Ακόμη κι αν η ΕΚΤ επιλέξει να μην παρέμβει, η κρίση στη Γαλλία έχει ήδη αρχίσει να περιορίζει τα περιθώρια κινήσεών της.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των επενδυτών, η κεντρική τράπεζα πιθανότατα θα εμφανιστεί ιδιαίτερα επιφυλακτική απέναντι σε περαιτέρω σημαντικές αυξήσεις επιτοκίων, υπό τον φόβο ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την ήδη εύθραυστη γαλλική οικονομία και τις χρηματοπιστωτικές αγορές της χώρας.
Ο πληθωρισμός φέρνει νέα διλήμματα
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός ασκεί πιέσεις στην ΕΚΤ προς την αντίθετη κατεύθυνση, καθώς οι τιμές της ενέργειας συνεχίζουν να αυξάνονται και δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα κάποια λύση για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών καταναλωτή στην ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 3,8% τον Σεπτέμβριο, απομακρυνόμενος ακόμη περισσότερο από τον στόχο του 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ.
Αξιωματούχοι της τράπεζας έχουν επισημάνει ότι μέχρι στιγμής δεν διαπιστώνουν ενδείξεις των λεγόμενων «δευτερογενών επιδράσεων» του πληθωρισμού, όπως μια απότομη αύξηση των μισθών.
Ωστόσο, η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας, και ιδιαίτερα του φυσικού αερίου, εντείνει τους φόβους ότι ο πληθωρισμός θα μπορούσε να αποδειχθεί ακόμη δυσκολότερο να συγκρατηθεί τους επόμενους μήνες.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχουν αυξηθεί κατά 36% μέσα στον Οκτώβριο, την ώρα που η ήπειρος ετοιμάζεται να μπει στον χειμώνα με περιορισμένα ενεργειακά αποθέματα.
Πολλοί επενδυτές προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ να κλιμακώσουν τον πόλεμο εναντίον του Ιράν μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να εκτινάξει ακόμη περισσότερο τις τιμές της ενέργειας, εγκλωβίζοντας την ΕΚΤ ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες προτεραιότητες: την καταπολέμηση του πληθωρισμού και τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στη Γαλλία
Πηγή: ieidiseis.gr




