ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Το άσφαιρο «κόλλημα» Μητσοτάκη με την αλλαγή του Ποινικού Κώδικα το 2019 και τα λάθη του Τσίπρα

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Τι ακριβώς έγινε στην πολιτική σκηνή το 2019 —με κατάληξη τη μεταφορά σκυτάλης στη διακυβέρνηση; Η απάντηση βρίσκεται στα γεγονότα. Όπως τα διαμόρφωσε —στο μέτρο που του αναλογούσε— ο Αλέξης Τσίπρας, με προσωπικές επιλογές που κατέληξαν σε ήττα της Δημοκρατικής Παράταξης που τον είχε εμπιστευτεί. Ας τα πάρουμε με τη σειρά.
Η διατήρηση Καμμένου στο Υπουργείο Άμυνας και το πρώτο «δώρο» στον Μητσοτάκη
Για την ακρίβεια, από τον Αύγουστο του 2018, όταν ως Πρωθυπουργός πιστώθηκε την έξοδο της χώρας από τον μνημονιακό κύκλο —για την είσοδο στον οποίο ασφαλώς την ευθύνη είχαν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.

Μαζί με τον θρίαμβο, οι μυημένοι κατάλαβαν ότι η ανάρμοστη σχέση του με τον Καμμένο δεν ήταν αναγκαστική σύμπραξη για τη διαμόρφωση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας με στόχο το τέλος των Μνημονίων. Υπήρχε κάτι συνεκτικό μεταξύ τους —που άρχισε το 2013, όπως λέγεται και μάλλον συνεχίζεται…
Έτσι, αντί να ασκήσει το προνόμιό του ως Πρωθυπουργός και να διαμορφώσει νέο Υπουργικό Συμβούλιο, χωρίς τον Καμμένο στο υπουργείο Άμυνας, επέτρεψε ένα απίστευτο φαινόμενο: υπουργός να αμφισβητεί δημοσίως και από το βήμα της Βουλής τις επιλογές του Πρωθυπουργού —για τη λύση του Μακεδονικού— και να παραμένει υπουργός, μέχρι να αποχωρήσει μόνος του.
Ήταν μεγάλο λάθος, γιατί κράτησε μακριά από τον ΣΥΡΙΖΑ όσους εξοργίστηκαν με τη σύμπραξη μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 και δεν του έδωσαν την ψήφο τους τον Σεπτέμβριο… Ήταν το πρώτο «δώρο» στον Μητσοτάκη.
Το δεύτερο «δώρο»
Το δεύτερο προέκυψε με τα ψηφοδέλτια των διπλών εκλογών για την Ευρωβουλή και την Αυτοδιοίκηση τον Μάιο του 2019. Χειρότερες επιλογές δεν θα μπορούσε να κάνει στους προτεινόμενους για ευρωβουλευτές, και κυρίως στους υποψήφιους δημάρχους και περιφερειάρχες. Αποφεύγοντας αυτό για το οποίο θα κατηγορούσε το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2023: τη συνεργασία των δύο «χώρων».
Έτσι έχρισε υποψηφίους που ανά την επικράτεια πήραν ως και το… 10% μόλις των ψήφων του ΣΥΡΙΖΑ στις προηγούμενες, αλλά και στις επόμενες εθνικές εκλογές. Το αποκορύφωμα ήταν στην Περιφέρεια Αττικής —στην οποία ψηφίζει το ένα τρίτο του εκλογικού σώματος— με την εκ νέου υποψηφιότητα της Ρένας Δούρου, που δεν είχε την πολιτική ευθιξία να παραιτηθεί μετά την εκατόμβη στο Μάτι. Στηρίζοντας την υποψηφιότητα του Γιάννη Σγουρού, δεν θα έφτανε στην ήττα και θα έκλεινε τον δρόμο στον Πατούλη της ΝΔ.
Ακολούθησε το χειρότερο: το βράδυ του πρώτου γύρου κιόλας, έσπευσε να κάνει στον Μητσοτάκη νέο δώρο: με ψυχολογία του τύπου «τα ρέστα μου», προκήρυξε πρόωρες εκλογές για τις 7 Ιουλίου, ανατρέποντας τον σχεδιασμό του για τον Οκτώβριο. Χωρίς να πιέζεται από κανέναν και κυρίως από την οικονομία, που ήταν ήδη διαχειρίσιμη και με ρυθμισμένο χρέος —από την κυβέρνηση Τσίπρα. Αποδείχθηκε με την ευχέρεια του Μητσοτάκη, που κέρδισε τις εκλογές, να κυβερνάει ως το τέλος του έτους απλώς υλοποιώντας τον προϋπολογισμό του… Τσακαλώτου!
Μαζί με τη νίκη, πρόσφερε στον Μητσοτάκη το δικαίωμα να διορίσει επίτροπο στην Κομισιόν, να ανανεώσει τη θητεία Στουρνάρα στην Τράπεζα της Ελλάδος, να διορίσει την ηγεσία της Δικαιοσύνης —μετά την έντιμη άρνηση του Προκόπη Παυλόπουλου, που τηρώντας το Σύνταγμα αρνήθηκε να υπογράψει τα σχετικά διατάγματα διορισμού από την απερχόμενη κυβέρνηση. Κρίνοντας ότι δεν είχε πολιτική νομιμοποίηση για τέτοιες επιλογές, αφού προκήρυξε εκλογές.
Είναι πολλά για να είναι σύμπτωση. Η φράση του τότε Πρωθυπουργού, «Δεν μπορώ να αγνοήσω αυτό το αποτέλεσμα», ήταν προσχηματική. Μια χαρά μπορούσε, και το έδειξε ο Ανδρέας Παπανδρέου όταν έχασε τους τρεις μεγάλους δήμους το 1986 και το ερμήνευσε απλώς ως «πήραμε το μήνυμα». Η δικαιολογία Τσίπρα «το αποτέλεσμα δίνει στην αντιπολίτευση το δικαίωμα να μας αμφισβητεί» ήταν αβάσιμη: αυτή είναι η δουλειά της αντιπολίτευσης και η δημοκρατική νομιμοποίηση των κυβερνήσεων κρίνεται στη Βουλή.
Αν το έκανε ως «εκβιασμό» στο εκλογικό σώμα —κατά το πρότυπο του Σημίτη στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ το 1996: «αν δεν με ψηφίσετε για πρόεδρο θα παραιτηθώ και από πρωθυπουργός»— ήταν αδέξιος και μάλλον επιδείνωσε τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ στον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών.
Η βεβιασμένη ψήφιση του Ποινικού Κώδικα και οι καταγγελίες Γεωργιάδη
Ευλόγως η ΝΔ αποφεύγει να θίξει αυτές τις πλευρές εκείνης της περιόδου και επιμένει σε μία μόνο απόφαση: τη βεβιασμένη όντως εισαγωγή στη Βουλή προς ψήφιση του αναμορφωμένου Ποινικού Κώδικα, που είχαν επεξεργαστεί κορυφαίοι νομικοί επί χρόνια —όπως, ορθά, επικαλείται σήμερα ο Τσίπρας.
Περισσότερο δίκιο δεν θα μπορούσε να έχει σε αυτό. Αλλά από την πλευρά του παραλείπει ότι τον Κώδικα μπορεί να τον συντάσσει μια Επιτροπή κύρους, αλλά τον ψηφίζει η κυβερνητική πλειοψηφία, με τρόπο και σε χρόνο που η ίδια επιλέγει.
Εδώ ανοίγει ένα θέμα στο οποίο η κυβέρνηση Μητσοτάκη επενδύει όλο και με μεγαλύτερη ένταση: γιατί; Η επίθεσή της κορυφώθηκε όταν ο αντιπρόεδρος της ΝΔ και υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης, τον περασμένο Ιούλιο, είπε δημόσια και χωρίς περιστροφές ότι «η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ άλλαξε τους Ποινικούς Κώδικες τον Ιούνιο του 2019 με αντάλλαγμα χρήματα και μεταθέτοντας την ημερομηνία των εκλογών». Με το χειρότερο δυνατό συμπέρασμα: «Ο Τσίπρας πήρε χρήματα για να ψηφίσει τους κώδικες».
Παραδόξως, ο πρώην Πρωθυπουργός, ως επικεφαλής της ΕΛΑΣ πλέον, περιορίσθηκε να απαντήσει: «Μήνυση δεν θα κάνω στον Άδωνι, αλλά λουλούδια θα του στείλω, γιατί κάθε φορά που μας βρίζει, ανεβαίνουμε και μία μονάδα στις δημοσκοπήσεις». Τόσο αποτιμά την υπόληψή του άραγε ένας πρώην Πρωθυπουργός που δεν συνδέθηκε με κανένα οικονομικό σκάνδαλο όσο κυβερνούσε;
Ήταν βούτυρο στο ψωμί της ΝΔ, που το επαναφέρει κάθε φορά που δέχεται τις επικρίσεις του Τσίπρα —για να του καταλογίσει ότι «εξυπηρέτησε συμφέροντα». Χρειάστηκε μια ακόμη αναφορά από τον απερχόμενο Πρωθυπουργό για να απαντήσει: «Ο Κώδικας δεν συντάχθηκε από την κυβέρνηση, αλλά από πολυμελή νομοπαρασκευαστική επιτροπή» και να ζητήσει ευθέως: «Ως εδώ — Να μιλήσει με ονόματα και διευθύνσεις τώρα ο Μητσοτάκης — Αλλιώς να σταματήσει να ρίχνει λάσπη και να συκοφαντεί».
Έχει δίκιο. Αν ο ίδιος οφείλει μια εξήγηση για τη σπουδή, πολύ περισσότερο η κυβέρνηση οφείλει να προσκομίσει στοιχεία με ονόματα και διευθύνσεις: ποιους ακριβώς εξυπηρέτησαν οι αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα και πρωτίστως ποιος δωροδοκήθηκε και από ποιον.
Και ο Τσίπρας οφείλει να μιλήσει με ονόματα
Όπως επισημάνθηκε από τη διπλανή στήλη Red Carpet με τη γνωστή υπογραφή «Α.Ο.», η «κατάχρηση των υπονοούμενων από το 2019 μέχρι σήμερα, εκτός από κουραστική, έχει καταντήσει και ύποπτη». Σαν να φοβάται κάτι όχι ο Τσίπρας, αλλά η… κυβέρνηση.
Στις δηλώσεις του ο εκπρόσωπός της παίζει με τις λέξεις και τις ημερομηνίες. Η αναφορά στον απομακρυνθέντα από το υπουργείο Δικαιοσύνης Σταύρο Κοντονή είναι παραπλανητική: επέκρινε σκληρά την ψήφιση και το περιεχόμενο κατά περίπτωση του Κώδικα, αλλά, όπως διευκρίνισε ο ίδιος, δεν υπονόησε ποτέ δωροδοκία.
Η διαχείριση από την κυβέρνηση με τη μέθοδο «Ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει» είναι χτύπημα κάτω από τη μέση που παραπέμπει σε άλλες εποχές.
Όσο για τον Τσίπρα, οφείλει και ο ίδιος να μιλήσει με ονόματα όταν λέει ότι ο Μητσοτάκης «εξασφάλισε σε τραπεζικά στελέχη το ακαταδίωκτο το 2019» επίσης με αλλαγές στον αλλαγμένο Κώδικα. Και ασφαλώς να καταφύγει στη Δικαιοσύνη: στα θέματα προσωπικής τιμής δεν επαρκεί η πολιτική διαχείριση.
Όπως τραγουδούσε ο Καζαντζίδης: «Μες στα πολλά σου σφάλματα, γράψε ακόμα ένα»…

Πηγή: ieidiseis.gr