ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Όταν μαθαίνεις να αφήνεις πίσω σου: το κλειδί για εξέλιξη

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας Mentor – L&B Coach

Το συνειδητοποίησε ένα απόγευμα σε ένα τρόλεϊ, σε μια πόλη που έτρεχε λίγο πιο γρήγορα απ’ όσο άντεχε. Είχε σχολάσει αργά, κρατούσε μια τσάντα με ψώνια στο ένα χέρι, την τσάντα της δουλειάς στο άλλο, και προσπαθούσε να κρατηθεί από τη μπάρα για να μην πέσει. Κάθε σταμάτημα, ένα μικρό τίναγμα. Κάθε ξεκίνημα, άλλο ένα ζύγισμα του σώματος.

Κάποια στιγμή, ανάμεσα σε δύο στάσεις, πέρασε από το μυαλό της μια απλή σκέψη: «Αν άφηνα έστω μία τσάντα κάτω, θα ήταν όλα πιο εύκολα.»

Και σχεδόν ταυτόχρονα κατάλαβε ότι δεν μιλούσε μόνο για τις τσάντες. Μιλούσε για τη χρονιά που τελείωνε, για τις υποχρεώσεις που είχε κρατήσει «γιατί έτσι πρέπει», για τα “ναι” που είχε πει ενώ ήθελε να πει “όχι”. Για κάτι θυμούς που είχαν λήξει, αλλά εκείνη συνέχιζε να τους κουβαλά σαν απόδειξη ότι είχε πληγωθεί «πραγματικά».

Δεν είπε τίποτα σε κανέναν. Απλώς, σε μια στροφή, άφησε την τσάντα με τα ψώνια στο πάτωμα του τρόλεϊ. Και για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα ένιωσε ότι ανασαίνει λίγο πιο άνετα.

Στην αρχή το “αφήνω πίσω” σπάνια μοιάζει με μεγάλη απόφαση. Πιο πολύ μοιάζει με μικρή εσωτερική παραδοχή: ότι κουβαλάς κάτι παραπάνω από όσο αντέχεις.

Μερικές φορές είναι συνήθεια. Το βραδινό scroll στο κινητό, που ξεκινά «για πέντε λεπτά» και καταλήγει να σου τρώει τον ύπνο. Το τρίτο καφεδάκι «για να αντέξω», που δεν σε βοηθά να αντέξεις, απλώς σε κρατά συνεχώς σε ένταση.

Μερικές φορές είναι ένας τρόπος που μιλάς στον εαυτό σου. Το «πάλι τα θαλάσσωσες» που πετάγεται αυτόματα για το παραμικρό. Δεν σε προστατεύει πια, δεν σε κάνει πιο υπεύθυνο. Απλώς σε κρατά σε μια μόνιμη αίσθηση ότι χρωστάς κάτι σε όλους.

Κι όμως, μένει. Γιατί είναι οικείο, γιατί σε συνόδευσε χρόνια, γιατί σε βοήθησε κάποτε να σταθείς όρθιος. Μέχρι τη στιγμή που καταλαβαίνεις ότι, όπως και η τσάντα στο τρόλεϊ, τώρα πια σε δυσκολεύει περισσότερο απ’ όσο σε βοηθά.

Ο Νίκος το κατάλαβε ένα Σάββατο πρωί, μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου, ενώ έξω η πόλη ξυπνούσε σιγά–σιγά. Είχε ξυπνήσει από τις 7, χωρίς να χρειάζεται, με το ίδιο άγχος ότι «κάτι πρέπει να κάνει». Είχε ανοίξει τον υπολογιστή για να «τσεκάρει λίγο» τα mail της δουλειάς, παρότι ήταν ρεπό.

Κοίταξε για λίγο το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Οι μαύροι κύκλοι δεν ήταν μόνο από την κούραση.
Ήταν από όλα αυτά τα Σαββατοκύριακα που δεν ξεκουραζόταν ποτέ, επειδή ένιωθε ότι αν σταματήσει, κάτι θα πάει στραβά.

Εκείνο το πρωί δεν έκανε καμία μεγάλη επανάσταση. Έκλεισε απλώς το laptop, άφησε το κινητό στο κομοδίνο και βγήκε για καφέ στη γειτονιά χωρίς να πάρει τίποτα μαζί του. Η παλιά του συνήθεια να είναι «πάντα διαθέσιμος» έμεινε για λίγες ώρες στο σπίτι.

Το μόνο που άφησε πίσω, πρακτικά, ήταν η ανάγκη να απαντήσει αμέσως σε όλα. Αλλά μέσα του ένιωσε σαν να είχε αφήσει κάτω ένα σακί 30 κιλών. Και σε εκείνη τη μικρή ανάσα κατάλαβε ότι η εξέλιξη δεν είναι πάντα «να προσθέσεις κι άλλα», μερικές φορές είναι να σταματήσεις κάτι που πια δεν σε εξυπηρετεί.

Η Μαρία κουβαλούσε κάτι πιο βαρύ: ένα συναίσθημα που την κρατούσε κολλημένη. Ήταν θυμωμένη με μια φίλη της εδώ και μήνες. Δεν μιλούσαν πια, αλλά ο θυμός ήταν παρών σε κάθε συζήτηση, σε κάθε αφήγηση: «Ξέρεις τι μου έκανε;»

Τον Δεκέμβρη, λίγο πριν τις γιορτές, βρέθηκε να διηγείται ξανά την ίδια ιστορία σε μια άλλη παρέα,  σε ένα μαγαζί στο κέντρο που ήταν στολισμένο με λαμπάκια. Κάποια στιγμή, καθώς μιλούσε, άκουσε τον εαυτό της απ’ έξω. Ήταν σαν να έβλεπε μια ταινία σε επανάληψη.

Το βράδυ, στο σπίτι, δεν έστειλε μήνυμα στη φίλη της. Δεν έκανε κανένα θεαματικό «συγχώρεση–συμφιλίωση». Έγραψε όμως σε ένα χαρτί: «Ναι, με πλήγωσε. Όχι, δεν θέλω να κουβαλάω άλλο αυτή την ιστορία κάθε μέρα.»

Δίπλωσε το χαρτί και το έβαλε σε ένα κουτί μαζί με άλλα παλιά γράμματα. Ο θυμός δεν εξαφανίστηκε μαγικά. Αλλά από εκείνη τη μέρα σταμάτησε να είναι το πρώτο πράγμα που έλεγε όταν μιλούσε για τη χρονιά της. Ήταν σαν να του είχε πει ένα εσωτερικό «μέχρι εδώ».

Κάπου αλλού, την ίδια εβδομάδα, ένας άλλος άνθρωπος αποφάσιζε να αφήσει πίσω μια προσδοκία. Την εικόνα του «πώς θα έπρεπε να είναι η ζωή του στα 30, στα 40, στα 50». Όχι γιατί τα όνειρα δεν έχουν αξία, αλλά γιατί είχαν γίνει μέτρο σύγκρισης που τον έπνιγε.

Ένα βράδυ, βγαίνοντας από τη δουλειά, περπάτησε μέχρι το σπίτι χωρίς μουσική, χωρίς podcast, χωρίς τίποτα. Η πόλη ήταν στολισμένη, οι δρόμοι φωτισμένοι για τις γιορτές, τα μαγαζιά ανοιχτά, ο κόσμος βιαστικός. Κι εκείνος σκεφτόταν μόνο αυτό:

«Αν σταματούσα να συγκρίνω τη ζωή μου με αυτό το παλιό σενάριο, τι χώρο θα άνοιγα για αυτό που υπάρχει τώρα;»

Δεν βρήκε αμέσως όλες τις απαντήσεις. Αλλά η ερώτηση έμεινε. Και μαζί της έμεινε και η αίσθηση ότι ίσως ήρθε η ώρα να αφήσει πίσω όχι τη ζωή του, αλλά τον τρόπο που την κρίνει.

Καθώς η χρονιά πλησιάζει στο τέλος της και η πόλη ετοιμάζεται για τις γιορτές, οι περισσότεροι σκεφτόμαστε τι θέλουμε να φέρουμε στη νέα. Στόχους, σχέδια, υποσχέσεις στον εαυτό μας.

Ίσως όμως το πρώτο, σιωπηλό βήμα για την εξέλιξη να μην είναι «τι άλλο θα προσθέσω», αλλά «τι είμαι έτοιμος να αφήσω πίσω μου».

Μια συνήθεια που με κρατάει μόνιμα σε ένταση. Ένα συναίσθημα που έχει πια εξαντλήσει την ιστορία του. 

Μια προσδοκία που δεν μοιάζει πια με τη ζωή μου σήμερα.

Γιατί, στο τέλος, η εξέλιξη χρειάζεται χώρο. Και χώρος δεν δημιουργείται μόνο με το «πάνω» και το «μπροστά», δημιουργείται και με το ήσυχο «μέχρι εδώ» σε ό,τι έχει τελειώσει.

Όταν αφήνεις χώρο, ανοίγει ο δρόμος.