Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας Mentor – L&B Coach
Το κατάλαβε ένα βράδυ που γύριζε σπίτι με τα ψώνια στο χέρι. Ο δρόμος στολισμένος, τα μπαλκόνια αναβόσβηναν, τα καταστήματα έπαιζαν χριστουγεννιάτικα. Κι εκείνη, στη μέση του πεζοδρομίου, ένιωθε περισσότερο πίεση παρά χαρά.
Στο ένα χέρι κρατούσε σακούλες με δώρα «για να μην πάει κανείς παραπονεμένος». Στο άλλο, σακούλα από το σούπερ μάρκετ, για «το τραπέζι που πρέπει να βγει σωστό». Και κάπου ανάμεσα στις σακούλες, ένα κινητό που χτυπούσε συνέχεια: «Τελικά πότε θα βρεθούμε;», «Θα έρθετε κι από μας;», «Πρόλαβες να πάρεις…;».
Κοίταξε για λίγο τις βιτρίνες, με τα τέλεια στημένα τραπέζια και τα χαμόγελα στις φωτογραφίες. Και της πέρασε από το μυαλό μια σκέψη που στην αρχή την τρόμαξε: «Αν είναι έτσι οι γιορτές, δεν θέλω άλλες υποχρεώσεις. Θέλω λίγο χώρο να ανασάνω.»
Ο Δημήτρης, από την άλλη, το κατάλαβε στο γραφείο. Ήταν 18 του μήνα, από νωρίς το πρωί όλοι μιλούσαν για άδειες, κλείσιμο χρονιάς, deadlines. Στην οθόνη του είχε ανοιχτό ένα excel με εκκρεμότητες και ακριβώς δίπλα, ένα παράθυρο με προσφορές για δώρα.
Σε μια μικρή παύση, άνοιξε το ημερολόγιο στο κινητό για να δει τις μέρες των γιορτών. Κάθε μέρα είχε κάτι: «τραπέζι εκεί», «καφές με αυτούς», «επίσκεψη στους άλλους». Δεν είχε βάλει καν τον εαυτό του μέσα στο πρόγραμμα. Ούτε μία μέρα που να γράφει απλά «ξεκούραση» ή «τίποτα».
Τον ρώτησε ένας συνάδελφος: «Είσαι έτοιμος για τις γιορτές;»
Και απάντησε χωρίς να το πολυσκεφτεί: «Έτοιμος να κουραστώ λίγο παραπάνω, ναι.»
Γέλασαν κι οι δύο. Αλλά μέσα του, κάτι δεν του φάνηκε αστείο.
Σε ένα άλλο σπίτι, μια οικογένεια προσπαθούσε να στολίσει «κάπως αξιοπρεπώς» ένα δέντρο. Ο πατέρας ανεβοκατέβαζε κούτες από την αποθήκη, η μητέρα σκεφτόταν ταυτόχρονα το τι θα μαγειρέψει, τα παιδιά ήθελαν απλώς να ανάψουν τα φωτάκια και να παίξουν.
Κάποια στιγμή, στο σαλόνι επικράτησε αυτό το γνώριμο γιορτινό… χάος: μπάλες στο πάτωμα, μισοκρεμασμένα λαμπάκια, φωνές «πρόσεχε, θα σπάσει», και μία φράση που βγήκε σχεδόν μηχανικά:
«Γρήγορα, να τελειώνουμε, έχουμε κι άλλα να κάνουμε.»
Το παιδί άφησε μια μπάλα στο τραπεζάκι και ρώτησε: – «Μα γιατί να τελειώνουμε; Δεν είναι ωραίο αυτό που κάνουμε τώρα;»
Η ερώτηση έπεσε κάπως βαριά μέσα στο σαλόνι. Γιατί, πράγματι, αυτό που κάποτε ήταν η πιο γιορτινή στιγμή – το να στήνεις το δέντρο με την ησυχία σου – είχε γίνει ακόμα ένα task σε μια λίστα.
Αν κοιτάξεις όλες αυτές τις μικρές σκηνές, κάτι κοινό τις ενώνει: η προσμονή έχει μετατραπεί σε πίεση.
Οι γιορτές είναι, θεωρητικά, μια περίοδος ζεστασιάς, ξεκούρασης, συνάντησης. Αλλά ο τρόπος που τις προσεγγίζουμε, κυρίως μέσα στο κεφάλι μας, τις κάνει να μοιάζουν περισσότερο με διοργάνωση εκδήλωσης παρά με ανάσα.
Δεν φταίει μόνο ο ρυθμός της πόλης, ούτε μόνο τα μηνύματα και τα social. Φταίει και κάτι πιο ήσυχο:
το ότι ξεκινάμε από το «τι πρέπει να κάνω», αντί από το «πώς θέλω να είμαι αυτές τις μέρες».
Μια γυναίκα, ας την πούμε Άννα, αποφάσισε φέτος να το δοκιμάσει αλλιώς. Ένα βράδυ, αντί να κάτσει με το κινητό στον καναπέ και να αγχωθεί με όλες τις λίστες, πήρε ένα χαρτί και έγραψε από πάνω: «Αυτές τις γιορτές θέλω κυρίως να νιώθω…»
Σταμάτησε για μερικά δευτερόλεπτα. Δεν έγραψε «να τα προλάβω όλα». Έγραψε: «πιο ήρεμη».
Κάτω από αυτό, σημείωσε τρεις απλές στιγμές:
– «Έναν καφέ με την αδερφή μου χωρίς να κοιτάμε συνέχεια το ρολόι.»
– «Ένα απόγευμα στο σπίτι με τα παιδιά, χωρίς τηλεόραση στο background.»
– «Μία μέρα που δεν θα βάλω τίποτα στο πρόγραμμα.»
Δεν ήξερε αν θα τα καταφέρει όλα. Αλλά μόνο και μόνο που το έγραψε, ένιωσε ότι κάτι μέσα της έβαλε μια προτεραιότητα: η διάθεσή της, όχι μόνο οι υποχρεώσεις της.
Ο Δημήτρης – ο ίδιος από το γραφείο – έκανε κάτι ακόμη πιο μικρό. Άρχισε να γράφει κάθε πρωί στο σημειωματάριό του μια μικρή φράση για τη μέρα, κάτι σαν εσωτερικό “σύνθημα”:
«Σήμερα δεν χρειάζεται να τα κάνω όλα τέλεια.»
Την επόμενη μέρα: «Σήμερα θα προσπαθήσω να μην ξεσπάσω σε ανθρώπους που δεν φταίνε.»
Την άλλη: «Σήμερα, ό,τι κι αν γίνει, θα χαρώ κάτι μικρό.»
Στην αρχή ένιωθε περίεργα – σαν να μιλάει με αφίσες αυτοβοήθειας. Μετά από λίγες μέρες όμως, παρατήρησε κάτι: όταν άρχιζε να «φουλάρει», η φράση της μέρας του ερχόταν στο μυαλό σαν χειρόφρενο.
Δεν άλλαξε ο όγκος δουλειάς, ούτε εξαφανίστηκαν τα τραπέζια και τα οικογενειακά «πρέπει».
Άλλαξε λίγο ο τρόπος που τα ζούσε.
Και εκείνη η οικογένεια με το δέντρο; Την επόμενη χρονιά αποφάσισαν να κάνουν ένα μικρό πείραμα.
Έβαλαν τα στολίδια στο σαλόνι, έβαλαν μουσική και έβγαλαν από το λεξιλόγιό τους τη φράση «γρήγορα να τελειώνουμε».
Δεν έγινε το δέντρο τέλειο. Κάποιες μπάλες ήταν όλες μαζί στη μία πλευρά, ένα λαμπάκι δεν άναψε ποτέ, το χαλί γέμισε ψεύτικο χιόνι. Αλλά, όταν τελείωσαν, η μητέρα συνειδητοποίησε ότι θυμόταν πολύ πιο έντονα τα γέλια των παιδιών όταν κρέμαγαν τα στολίδια, παρά το πώς έδειχνε το δέντρο στη φωτογραφία.
Κι εκεί, κάπως αθόρυβα, κατάλαβε ότι η απλότητα έχει δική της λάμψη.
Καθώς η χρονιά πλησιάζει στο τέλος της και η πόλη ανάβει τα φώτα της, ίσως έχει νόημα να κάνουμε μια μικρή εσωτερική παύση πριν μπούμε στο γιορτινό «τρέξιμο». Να ρωτήσουμε:
Τι θέλω να θυμάμαι από αυτές τις γιορτές;
Ένα σπίτι τέλειο και έναν εαυτό εξαντλημένο;
Ή μερικές στιγμές που ήμουν πραγματικά παρών, έστω κι αν κάτι έμεινε μισό;
Μπορεί να μην αποφύγεις όλα τα τραπέζια, μπορεί να μην κλείσεις όλες τις εκκρεμότητες.
Μπορείς όμως να διαλέξεις μία–δύο μέρες που θα είναι πιο «δικές σου», μία–δύο στιγμές που θα τις ζήσεις λίγο πιο αργά, μία–δύο φράσεις που θα σε επαναφέρουν στην ηρεμία όταν όλα γύρω σου τρέχουν.
Γιατί, τελικά, η χαρά των γιορτών δεν έρχεται μόνο από αυτά που θα γίνουν. Έρχεται από τον τρόπο που τα συναντάς.
Η προσμονή γίνεται χαρά όταν στηρίζεται στην ηρεμία.





