Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας Mentor – L&B Coach
Ο Μάνος καθόταν μπροστά στο γραφείο του με μια λίστα που αριθμούσε είκοσι επτά διαφορετικούς στόχους. Τους είχε γράψει με ενθουσιασμό το βράδυ της Πρωτοχρονιάς: από το να μάθει τρεις ξένες γλώσσες μέχρι το να τρέξει μαραθώνιο. Όμως, στις 12 Ιανουαρίου, κοιτάζοντας το χαρτί, ένιωθε μόνο παράλυση. Η λίστα του έμοιαζε με δικαστική απόφαση που τον καταδίκαζε σε μια ζωή που δεν προλάβαινε να ζήσει. Εκείνη τη στιγμή, άφησε το στυλό και αναρωτήθηκε: «Αν έπρεπε να κρατήσω μόνο έναν στόχο που να δίνει νόημα σε όλα τα υπόλοιπα, ποιος θα ήταν αυτός;». Η απάντηση δεν ήρθε με αριθμούς ή κουτάκια, αλλά με μια λέξη: Παρουσία.
Η Ελένη, στέλεχος σε μια απαιτητική εταιρεία, περνούσε χρόνια κυνηγώντας τον στόχο «να γίνω η τέλεια επαγγελματίας». Αυτό σήμαινε τηλέφωνα τα μεσάνυχτα, emails τις Κυριακές και ένα διαρκές άγχος στο στομάχι. Φέτος, αποφάσισε να αλλάξει την πυξίδα της. Ο στόχος έγινε: «Να δουλεύω με αξιοπρέπεια και όρια». Όταν της ζητήθηκε να αναλάβει ένα ακόμα project που θα της έκλεβε τα Σαββατοκύριακα, η νέα της πυξίδα έδειξε καθαρά το «όχι». Παραδόξως, αυτή η στάση δεν τη σταμάτησε· αντίθετα, την έκανε να κερδίσει τον σεβασμό των συνεργατών της και να εστιάσει σε ευκαιρίες που πραγματικά την εξέλισσαν.
Ο Νίκος, πατέρας δύο παιδιών, ζούσε με το μόνιμο παράπονο ότι «δεν τα προλαβαίνει όλα». Ο στόχος του ήταν να είναι ο «υπερ-μπαμπάς» που διοργανώνει τα πάντα. Στο τέλος της μέρας όμως, ήταν τόσο εξαντλημένος που δεν μπορούσε καν να μιλήσει στα παιδιά του. Άλλαξε τον στόχο του σε κάτι πολύ πιο μικρό και ουσιαστικό: «Να είμαι παρών σε 2 στιγμές κάθε μέρα». Μία στο πρωινό και μία πριν τον ύπνο, χωρίς κινητό, χωρίς σκέψεις για τη δουλειά. Ξαφνικά, η σχέση με τα παιδιά του άνθισε, γιατί ο στόχος του δεν ήταν πια η ποσότητα, αλλά η σύνδεση.
Ένας νέος άνθρωπος, ο Άλεξ, ξεκίνησε την καριέρα του με τον στόχο «να έχω Χ χρήματα στον λογαριασμό μου μέχρι τα τριάντα». Κάθε απόφαση που έπαιρνε ήταν βασισμένη στο κέρδος, ακόμα κι αν αυτό τον έφερνε σε περιβάλλοντα που τον έφθειραν. Όταν μετατόπισε τον στόχο του στο «να μπορώ να στηρίζω τη ζωή που θέλω να ζω», οι αποφάσεις του άλλαξαν. Άφησε μια καλοπληρωμένη θέση που τον αρρώσταινε για μια άλλη, με λιγότερα χρήματα αλλά περισσότερο χρόνο για τη δημιουργικότητά του. Η πυξίδα του δεν έδειχνε πια το νούμερο, αλλά την ποιότητα της καθημερινότητάς του.
Όταν ο στόχος γίνεται πυξίδα, σταματά να σε περιορίζει και αρχίζει να σε κατευθύνει. Δεν είναι πια ένα μαστίγιο που σε χτυπάει για να τρέξεις πιο γρήγορα σε έναν δρόμο που δεν σου ταιριάζει. Είναι η εσωτερική φωνή που σου θυμίζει πού θέλεις να πας, ακόμα και όταν οι γύρω σου τρέχουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Οι στόχοι-πυξίδες δεν σου κλέβουν την ελευθερία· σου τη χαρίζουν, γιατί σου επιτρέπουν να λες «όχι» σε ό,τι σε απομακρύνει από το κέντρο σου.
Πίσω στο γραφείο του, ο Μάνος έπιασε τη μεγάλη λίστα με τους είκοσι επτά στόχους. Με μια ήρεμη κίνηση, την έσκισε στη μέση και μετά σε μικρότερα κομμάτια. Πήρε ένα μικρό, κίτρινο χαρτί και έγραψε πάνω μόνο δύο φράσεις. Το κόλλησε στη γωνία της οθόνης του. Δεν ένιωθε πια βάρος. Ένιωθε ελαφρύς. Κοίταξε το χαρτάκι σαν να κοιτάζει μια μικρή πυξίδα που θα τον οδηγούσε με ασφάλεια μέσα στη χρονιά.
Στόχος με νόημα είναι κάτι που, αν δεν το πετύχω, θα μου λείψει – όχι κάτι που «πρέπει» να κάνω.





