Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας Mentor – L&B Coach
Το βράδυ, όταν όλα έχουν τελειώσει, θα έπρεπε να υπάρχει ησυχία. Το σπίτι χαμηλώνει, τα φώτα μαλακώνουν, τα πιάτα είναι στη θέση τους, το κινητό ακουμπάει ανάποδα στο τραπέζι — κι όμως το κεφάλι δεν κλείνει. Δεν σκέφτεται ένα πράγμα. Γυρίζει. Πιάνει μια κουβέντα από το πρωί, μετά ένα email που δεν απαντήθηκε “σωστά”, μετά μια μικρή εκκρεμότητα που μεγάλωσε μέσα σου, μετά κάτι που δεν έγινε. Είναι σαν να έχει τελειώσει η μέρα, αλλά να μην έχει βάλει τελεία.
Κάποιες νύχτες το πιάνω κι εγώ καθαρά: δεν είναι ότι “σκέφτομαι πολύ”. Είναι ότι δεν υπάρχει ανάσα για να τελειώσει κάτι.
Την επόμενη μέρα, αυτή η μισή ανάπαυση φαίνεται παντού. Όχι σαν “κούραση” με τη συνηθισμένη έννοια. Σαν εκνευρισμός. Σαν ένα λεπτό στρώμα άγχους που κάθεται πάνω σε ό,τι κάνεις.
Στη δουλειά, η διάσπαση δεν έρχεται με θόρυβο. Έρχεται με μικρά σπασίματα. Ένα μήνυμα, μια ειδοποίηση, ένα “θα το δω γρήγορα”, ένα tab που ανοίγει άλλο tab. Κι όσο αλλάζεις, τόσο χάνεις το νήμα. Το νήμα, όταν χάνεται, δεν σε κάνει απλώς λιγότερο αποτελεσματικό. Σε κάνει πιο ευέξαπτο.
Μια μέρα, θυμάται χαρακτηριστικά, κάποιος του ζητά κάτι απλό. Δεν είναι μεγάλο. Δεν είναι άδικο. Αλλά ακούγεται σαν βάρος. Και πριν προλάβει να φιλτράρει, απαντάει λίγο πιο κοφτά απ’ όσο θα ήθελε. Μετά το μετανιώνει. Όχι γιατί ήταν “κακός”. Αλλά γιατί δεν ήταν εκεί. Ήταν μισός εδώ και μισός στα ανοιχτά παράθυρα.
Υπάρχει μια στιγμή, μέσα στην ημέρα, που καταλαβαίνεις ότι δεν είσαι απλώς κουρασμένος. Είσαι γεμάτος μισές σκέψεις. Σαν να κουβαλάς πολλές ανοιχτές καρτέλες στο μυαλό, και κάθε καρτέλα τρώει ένα κομμάτι από την ηρεμία σου.
Κι εκεί γίνεται η παρεξήγηση: νομίζεις ότι χρειάζεσαι περισσότερη πίεση, περισσότερη προσπάθεια, περισσότερη “συγκέντρωση”. Στην πραγματικότητα, συνήθως χρειάζεσαι περιθώριο. Λιγότερη είσοδο. Μια μικρή παύση που να μην είναι άλλο ερέθισμα. Ένα τέλος που να κλείνει τη μέρα, ώστε να μην την κουβαλάς στον ύπνο.
Μια άλλη μέρα, εκεί που όλα τρέχουν, συμβαίνει κάτι μικρό. Πραγματικά μικρό. Σηκώνεται για νερό και, αντί να πάρει μαζί του το κινητό, το αφήνει κάτω. Στέκεται για μισό λεπτό στο παράθυρο. Δεν κάνει τεχνική. Δεν κάνει άσκηση. Απλώς αφήνει τα μάτια να σταθούν. Παίρνει μία πιο αργή ανάσα. Και, χωρίς να συμβεί τίποτα “μαγικό”, νιώθει ότι κάτι μέσα του ξεσφίγγει.
Όταν γυρίζει στο γραφείο, το ίδιο θέμα που πριν του φαινόταν μπερδεμένο, τώρα δείχνει πιο απλό. Όχι επειδή έγινε εξυπνότερος σε ένα λεπτό. Επειδή έπεσε ο θόρυβος. Και όταν πέφτει ο θόρυβος, το μυαλό βλέπει.
Αυτό είναι το παράξενο: πολλές λύσεις δεν εμφανίζονται όταν πιέζεις. Εμφανίζονται όταν σταματάς να πιέζεις. Όταν αφήνεις έστω ένα μικρό κενό ανάμεσα σε σένα και στο επόμενο ερέθισμα. Εκεί, στο κενό, φαίνεται τι έχει σημασία.
Θυμάται μια απόφαση που τον βασάνιζε για μέρες. Δεν ήταν τεράστια, αλλά είχε βάρος: να πει “ναι” ή “όχι” σε μια συνεργασία, να αναλάβει κάτι επιπλέον ή να προστατέψει χρόνο, να μην απογοητεύσει ή να μην εξαντληθεί. Την έπαιζε σαν μπαλάκι από σκέψη σε σκέψη. Στο τέλος, ένα βράδυ που έκλεισε το κινητό λίγο νωρίτερα, έγραψε σε ένα χαρτί δύο γραμμές — όχι λίστα, δύο γραμμές — και ξαφνικά η απάντηση βγήκε καθαρή. Όχι με θόρυβο. Με ησυχία.
Καθαρό μυαλό δεν σημαίνει “δεν έχω άγχος”. Σημαίνει ότι έχω καθαρότητα να ξεχωρίσω τι είναι δικό μου και τι είναι απλώς εισερχόμενο. Να τελειώνω κάτι και να το αφήνω. Να είμαι παρών σε έναν άνθρωπο χωρίς να κοιτάω αλλού μέσα μου.
Κι αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα, όσο κι αν ακούγεται απλό: το καθαρό μυαλό δεν είναι προϊόν πίεσης. Είναι προϊόν ανάσας. Δεν το φτιάχνεις με το να “σφίξεις”. Το φτιάχνεις με μικρές τελείες μέσα στη μέρα: μικρές παύσεις, λιγότερη είσοδο, ένα τέλος πριν τον ύπνο.
Το βράδυ, η ανάσα δεν είναι ιδέα. Είναι εικόνα. Είναι το σώμα που επιτέλους κατεβάζει τους ώμους. Είναι ένα δωμάτιο που δεν φωτίζεται από οθόνη. Είναι η στιγμή που το κεφάλι, για πρώτη φορά μέσα στη μέρα, δεν τρέχει να προλάβει τίποτα. Μένει.
«Όταν το μυαλό παίρνει ανάσα, βρίσκει λύσεις»





