Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας Mentor – L&B Coach
Παγώνει για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, πριν μιλήσει. Όχι θεατρικά — πιο πολύ σαν να μαζεύεται προς τα μέσα. Είναι έτοιμος να πει κάτι απλό, μια φράση που έχει νόημα, μια ερώτηση που θα ξεμπλοκάρει τη συζήτηση. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, ο λαιμός σφίγγει λίγο. Η ανάσα γίνεται πιο ρηχή. Και η φωνή μέσα του, πριν προλάβει ο ίδιος, έχει ήδη πάρει θέση:
«Μην το πεις έτσι. Θα φανείς…»
Αν την άκουγες απ’ έξω, θα έλεγες ότι είναι υπερβολική. Αν την ακούς από μέσα, μοιάζει λογική. Σαν να σε προστατεύει. Και κάπως έτσι, η ζωή δεν σε σταματάει με εμπόδια. Σε σταματάει με έναν τόνο.
Η πρώτη σκηνή είναι αυτή που όλοι ξέρουμε: η αναβλητικότητα που φοράει τελειομανία. Ένα email που μένει στα πρόχειρα. Μια δουλειά που «θέλει λίγο ακόμα». Ένα κείμενο που ξαναγράφεται πέντε φορές, όχι επειδή βελτιώνεται, αλλά επειδή δεν επιτρέπεται να είναι «αρκετό». Η φωνή μέσα σου δεν σου λέει «μην το κάνεις». Σου λέει κάτι πιο ύπουλο: «Κάν’ το τέλειο. Αλλιώς μην το στείλεις».
Και περνάνε οι ώρες. Ο κέρσορας αναβοσβήνει. Η απόφαση δεν παίρνεται. Αυτό που φαίνεται σαν “τεμπελιά” είναι συχνά φόβος. Όχι του λάθους. Του τι θα πεις μετά στον εαυτό σου αν γίνει λάθος.
Η δεύτερη σκηνή είναι μια σχέση που κουράζεται από την υπερ-απολογία. Όχι επειδή ο άλλος δεν έχει κατανόηση, αλλά επειδή η απολογία γίνεται μόνιμη γλώσσα. «Συγγνώμη που άργησα», «συγγνώμη που το είπα έτσι», «συγγνώμη που νιώθω έτσι», «συγγνώμη που ζητάω». Σαν να πρέπει να ζητάς άδεια για να υπάρξεις.
Στην αρχή μοιάζει ευγένεια. Μετά γίνεται σχήμα επιβίωσης: αν απολογηθώ αρκετά, δεν θα με απορρίψουν. Και κάπου εκεί, ο άλλος δεν κουράζεται από τις λέξεις. Κουράζεται από το ότι δεν συναντά άνθρωπο — συναντά έναν άνθρωπο που συνέχεια αυτο-κατηγορείται. Έναν άνθρωπο που, αντί να μιλήσει από θέση αξίας, μιλάει από θέση ενοχής.
Το παράξενο είναι ότι αυτή η φωνή δεν εμφανίζεται μόνο όταν κάτι πάει στραβά. Μερικές φορές εμφανίζεται όταν κάτι πάει καλά — σαν να θέλει να το προλάβει. «Μην το χαρείς πολύ». «Θα δεις, κάτι θα γίνει». Και τότε καταλαβαίνεις: δεν είναι μόνο δικαστής. Είναι και “ρυθμιστής” χαράς.
Κι εδώ έρχεται το κεντρικό μήνυμα: η φωνή μέσα μας μπορεί να γίνει σπίτι ή δικαστήριο. Σπίτι είναι όταν σε χωράει. Όταν σε διορθώνει χωρίς να σε ξεφτιλίζει. Όταν σε κρατάει υπεύθυνο χωρίς να σε τιμωρεί. Δικαστήριο είναι όταν όλα περνάνε από απόδειξη: είσαι αρκετός ή όχι, άξιζες ή όχι, τα κατάφερες ή όχι.
Κι ίσως εδώ χρειάζεται μια μικρή παύση: δεν είναι ότι “κάτι πάει στραβά” με εμάς. Είναι ότι μάθαμε να επιβιώνουμε μέσα από έλεγχο. Ο τόνος έγινε μέθοδος. Και κάποια στιγμή, η μέθοδος έγινε σπίτι — μόνο που ήταν σπίτι με έδρα δικαστή.
Η τρίτη σκηνή είναι μικρή, αλλά αλλάζει τα πάντα: μια μετατόπιση στον τρόπο που μιλάς στον εαυτό σου. Ένας άνθρωπος που, τη στιγμή που πάει να ξεκινήσει την επίθεση — «Πάλι τα σκάτωσες» — κάνει μια παύση. Σαν να χαμηλώνει την ένταση με το χέρι. Και αντί να συνεχίσει, λέει κάτι πιο ανθρώπινο:
«Δεν πήγε όπως ήθελες. Τι διορθώνεται τώρα;»
Δεν γίνεται “θετικός”. Γίνεται δίκαιος. Δεν ψεύδεται. Δεν ωραιοποιεί. Απλώς σταματάει να χτυπάει. Και μαζί με αυτό, επιστρέφει κάτι πρακτικό: η δυνατότητα να κινηθεί. Να στείλει το email χωρίς να είναι τέλειο. Να πει «δεν μπορώ σήμερα» χωρίς να το ντύσει με ενοχή. Να αναλάβει ευθύνη χωρίς αυτοτιμωρία.
Γιατί η μεγαλύτερη παρεξήγηση είναι ότι πρέπει να νικήσεις αυτή τη φωνή. Αν την πολεμήσεις, συχνά δυναμώνει. Αν τη δεις, αν την ονομάσεις, αν καταλάβεις τι φοβάται, αρχίζει να χαμηλώνει. Δεν εξαφανίζεται. Αλλά δεν οδηγεί.
Στο τέλος, η εικόνα είναι απλή: μια ανάσα πριν την απάντηση. Ένα μικρό διάστημα ανάμεσα στο ερέθισμα και στην αυτο-επίθεση. Εκεί που, αντί να χτίσεις άλλο ένα δικαστήριο, μπορείς να ανοίξεις λίγο χώρο να σταθείς.
Δεν χρειάζεται να νικήσεις τον κριτή· χρειάζεται να τον χαμηλώσεις.





